Ένα έργο εκατομμυρίων ευρώ που άλλαξε την εικόνα του κέντρου των Σερρών, αλλά δεν κατάφερε να αποδώσει όσα είχαν σχεδιαστεί
Δέκα χρόνια μετά την ολοκλήρωσή του, το έργο των βιοκλιματικών αναπλάσεων στις Σέρρες εξακολουθεί να διχάζει. Επαγγελματίες και δημοτική αρχή αναγνωρίζουν τη σημασία του, επισημαίνοντας όμως ότι η έλλειψη ποιοτικής κατασκευής και συστηματικής συντήρησης περιόρισε τα αναμενόμενα οφέλη.
Το έργο με την ονομασία «Βιοκλιματικές αναβαθμίσεις ανοικτών δημοσίων χώρων στον Δήμο Σερρών», προϋπολογισμού 3.718.813,56 ευρώ, παραδόθηκε το 2016 και χρηματοδοτήθηκε από το Υπουργείο Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής. Στόχος του ήταν να βελτιώσει την ποιότητα ζωής στο αστικό περιβάλλον και να προσφέρει μια ουσιαστική περιβαλλοντική ανάσα στην πόλη.

Η παρέμβαση, που υλοποιήθηκε κατά τη θητεία του δημάρχου Πέτρου Αγγελίδη, αποσκοπούσε στη μείωση της θερμοκρασίας κατά τους θερινούς μήνες κατά 2-3 βαθμούς, καθώς και στην αναβάθμιση μιας πυκνοκατοικημένης περιοχής, η οποία ήταν ιδιαίτερα δυσπρόσιτη για τους πεζούς. Τα διπλοπαρκαρισμένα αυτοκίνητα αποτελούσαν μόνιμο φαινόμενο, μεταδίδοντας καθημερινά εικόνα αναρχίας και έλλειψης στοιχειώδους σεβασμού σε μια ευνομούμενη πολιτεία.

Οι παρεμβάσεις στις οδούς Εφόρων, Δημογερόντων και Ν. Νικολάου προέβλεπαν την πλήρη ανακατασκευή πεζοδρομίων και οδοστρώματος, καθώς και τη μετατροπή των συγκεκριμένων οδών σε δρόμους ήπιας κυκλοφορίας, αποκλείοντας τη δυνατότητα στάθμευσης των αυτοκινήτων. Τα υλικά που χρησιμοποιήθηκαν ήταν βιοκλιματικά, ενώ στο πλαίσιο της παρέμβασης πραγματοποιήθηκαν δενδροφυτεύσεις, δημιουργήθηκαν παρτέρια πρασίνου, κατασκευάστηκαν χώροι σκίασης και τοποθετήθηκαν πίδακες νερού και υπαίθριοι ανεμιστήρες.
Στην οδό Ν. Νικολάου δημιουργήθηκαν χώροι φορτοεκφόρτωσης για τον ανεφοδιασμό της αγοράς, οι οποίοι εξυπηρετούν τα καταστήματα των οδών Εφόρων και Δημογερόντων. Παράλληλα, το έργο προέβλεπε παρεμβάσεις στις οδούς Ιουστινιανού, Δ. Φλωριά, Χρ. Σμύρνης, Στρυμόνος, Δυτικής Θράκης, Μουδανιών, Αγησιλάου και Ανδριανουπόλεως (έως το ύψος της εισόδου του Μουσείου).
Σε όλες αυτές τις οδούς πραγματοποιήθηκε ανακατασκευή και, σε ορισμένες περιπτώσεις, διαπλάτυνση των πεζοδρομίων, ενώ χρησιμοποιήθηκαν ψυχρά υλικά, κάτι που εφαρμοζόταν για πρώτη φορά σε έργο του Δήμου Σερρών. Επιχειρήσαμε να αποτιμήσουμε πόσο απέδωσε το έργο αυτό δέκα χρόνια μετά την υλοποίησή του.
Έργο πνοής, αλλά με σημαντικές αδυναμίες στην εφαρμογή

Ο επαγγελματίας Δαυίδ Σωτηρόπουλος διατηρεί κατάστημα στην οδό Ν. Νικολάου από το 1995. Πρόκειται για την οδό που δέχθηκε τη μεγαλύτερη παρέμβαση, καθώς εκτείνεται από την Πλατεία Εμπορίου έως την οδό Ιουστινιανού. Στην οδό Ν. Νικολάου βρίσκονται επίσης το κτίριο της Δημόσιας Κεντρικής Βιβλιοθήκης και το Μαξίμειο Πνευματικό Κέντρο.
Ο Δαυίδ Σωτηρόπουλος, ο οποίος εκτός από επαγγελματίας διετέλεσε στο παρελθόν και αντιδήμαρχος Εμμ. Παππά, μιλώντας στο LionNews.gr αναγνώρισε ότι το έργο των βιοκλιματικών αναπλάσεων ήταν ένα έργο πνοής για την πλέον υποβαθμισμένη περιοχή του αστικού κέντρου των Σερρών. Ωστόσο, όπως υποστήριξε, δεν απέδωσε τα αναμενόμενα, καθώς δεν διέθετε την απαιτούμενη κατασκευαστική ποιότητα.

«Το έργο είχε προβλήματα από την πρώτη στιγμή. Δεν λειτούργησαν εξαρχής, ειδικά όσα είχαν σχέση με το νερό (σιντριβάνια). Ακόμη και σήμερα λειτουργούν ελάχιστα, ενώ η τοποθέτηση των κυβόλιθων μετά το έργο δημιούργησε προβλήματα στο αποχετευτικό σύστημα, με αποτέλεσμα να πλημμυρίζουν καταστήματα είτε με λύματα είτε με όμβρια ύδατα μετά από μεγάλες νεροποντές», ανέφερε και συμπλήρωσε:
«Οι χώροι σκίασης δεν ήταν καλής ποιότητας, ενώ το πράσινο δεν συντηρείται. Έχω να δω πέντε χρόνια υπαλλήλους να κλαδεύουν. Εμείς οι επαγγελματίες κλαδεύουμε, γιατί τα φυτά φτάνουν μέχρι εκεί που βρίσκονται οι ανεμιστήρες».

Συνεχίζοντας, ο Δαυίδ Σωτηρόπουλος υπογράμμισε ότι «ένα έργο ανάπλασης δεν είναι μόνο να το κατασκευάσεις για να κόψεις την κορδέλα, αλλά απαιτεί και περιοδική συντήρηση. Η δημοτική αρχή Χρυσάφη δαπάνησε κάποια χρήματα για να γίνει το έργο πιο λειτουργικό, χωρίς όμως αποτέλεσμα, ενώ η σημερινή δημοτική αρχή της Βαρβάρας Μητλιάγκα δεν ασχολείται ιδιαίτερα, υιοθετώντας τη “νόσο” όλων των αυτοδιοικητικών, ότι αφού διαχειρίζομαι λίγους πόρους δεν ασχολούμαι με έργα προηγούμενων δημοτικών αρχών, αλλά κάνω έργα σε άλλες περιοχές που θα φανούν. Για να μην είμαι άδικος με τη δημοτική αρχή, έστειλαν έναν εργαζόμενο για να καθαρίσει τα φύλλα μέσα από τα σιντριβάνια και, κατόπιν αιτήματός μου, υποστύλωσαν τους χώρους σκίασης γιατί είχαν πρόβλημα».
Ο ίδιος προτείνει ως λύση η δημοτική αρχή να καλέσει ειδικούς, κυρίως για το ζήτημα των σιντριβανιών, ώστε να αξιολογήσουν τι πρέπει να γίνει, χωρίς να δαπανώνται άσκοπα πόροι που η τοπική αυτοδιοίκηση δεν διαθέτει.
Αξιολογώντας συνολικά το έργο, τόνισε ότι πρόσφερε πάρα πολλά. «Η οδός Ν. Νικολάου, ειδικά όταν ήταν κλειστή από τη μία πλευρά, στην Πλατεία Εμπορίου, ήταν ένας δρόμος από τον οποίο φοβόσουν να περάσεις. Με τις βιοκλιματικές αναβαθμίστηκε η περιοχή, αλλά το έργο δεν έγινε σωστά».
Δημοτική αρχή: Πρωτοποριακό έργο με υψηλές απαιτήσεις συντήρησης
Από την πλευρά της, η δημοτική αρχή, διά του αντιδημάρχου Παύλου Πουλιάκα, θεωρεί το έργο πρωτοποριακό για την εποχή του, επισημαίνοντας όμως ότι υπήρξαν προβλήματα τόσο στην παράδοση και παραλαβή του όσο και στη μετέπειτα συντήρησή του.

«Το έργο αφορά τρία κομμάτια. Σχετικά με τους διαδρόμους που έγιναν, υπήρχε ένα πρόβλημα συντήρησης λόγω του χρωματισμένου υλικού, το οποίο φθάρθηκε σχετικά εύκολα. Έγιναν κάποιες συντηρήσεις από την Τεχνική Υπηρεσία του Δήμου σε διάφορα σημεία. Σήμερα, όμως, με την έλευση πολλών εταιρειών οπτικών ινών, του φυσικού αερίου και της Τηλεθέρμανσης, τα σκάμματα που πραγματοποιήθηκαν έχουν αλλοιώσει σε πολλά σημεία την εικόνα του έργου, καθώς στις τομές δεν υπάρχει πλέον το συγκεκριμένο υλικό. Εμείς πιέζουμε ώστε να αποκατασταθεί όπως ήταν πριν.
Το δεύτερο κομμάτι αφορά τους ανεμιστήρες, οι οποίοι σε κάποιους αρέσουν και σε κάποιους όχι. Τους θέτουμε σε λειτουργία, αλλά για κάποιον παράξενο λόγο ορισμένες φορές δεν λειτουργούν, γιατί κάποιοι προκαλούν φθορές στα καλώδια, καθώς ενοχλούνται. Εμείς προχωρούμε κάθε φορά στις απαραίτητες επισκευές.

Το τρίτο αφορά τα σιντριβάνια (πίδακες). Λειτούργησαν για μικρό χρονικό διάστημα και στη συνέχεια έμειναν εκτός λειτουργίας για πολλά χρόνια. Φέτος καταβάλλουμε προσπάθεια να τα επαναλειτουργήσουμε. Έγινε μια προεκτίμηση της απαιτούμενης δαπάνης, η οποία όμως υπερβαίνει κατά πολύ τις οικονομικές δυνατότητες της εργολαβίας που διαθέτουμε για τα σιντριβάνια. Επομένως, ίσως προχωρήσουμε φέτος σε ένα μέρος του έργου και στην επόμενη εργολαβία να ολοκληρώσουμε το υπόλοιπο. Υπάρχουν σπασμένα μάρμαρα, τα οποία είναι ιδιαίτερα ακριβά και πρέπει να αντικατασταθούν. Χρειάζεται διαρκής συντήρηση, όπως συμβαίνει με όλα τα έργα».
Τέλος, ο αντιδήμαρχος σημείωσε ότι οι απόψεις των κατοίκων διίστανται ως προς την αποτελεσματικότητα της παρέμβασης.
«Ως μηχανικός θα χαρακτήριζα το έργο πρωτοποριακό για την εποχή του. Ορισμένοι κάτοικοι λένε ότι στην αρχή προσέφερε κάτι διαφορετικό, ενώ άλλοι υποστηρίζουν ότι δεν υπήρξε μεγάλη διαφορά στην ποιότητα της ζωής τους. Νομίζω, πάντως, ότι το έργο έχει περισσότερο θετικό παρά αρνητικό πρόσημο, παρότι δεν είμαι κάτοικος της περιοχής. Πιστεύω ότι τα πλεονεκτήματα υπερτερούν των μειονεκτημάτων. Το μεγάλο πρόβλημα είναι τα σιντριβάνια, τα οποία δεν λειτούργησαν σχεδόν ποτέ. Χρειάζονται εκτεταμένη συντήρηση και πιστεύω ότι στην επόμενη εργολαβία θα καταφέρουμε να προχωρήσουμε. Πρόκειται, όμως, για μια πολύ μεγάλη παρέμβαση. Πρέπει να γίνουν ηλεκτρολογικές εργασίες, να αντικατασταθούν τα σπασμένα πλακάκια και να αποκατασταθεί η αποχέτευση σε ορισμένα σιντριβάνια, που έχει φράξει με την πάροδο των ετών και γι’ αυτό δεν λειτουργούν».
Δέκα χρόνια μετά την ολοκλήρωσή τους, οι βιοκλιματικές αναπλάσεις στις Σέρρες εξακολουθούν να αποτελούν ένα έργο με σημαντικό περιβαλλοντικό και πολεοδομικό αποτύπωμα, αλλά και με εμφανείς αδυναμίες στην κατασκευή και κυρίως στη συντήρησή του. Παρά τις διαφορετικές προσεγγίσεις επαγγελματιών και δημοτικής αρχής, κοινή διαπίστωση αποτελεί ότι η διαρκής φροντίδα και η αποκατάσταση των προβληματικών υποδομών είναι απαραίτητες, ώστε η αρχική φιλοδοξία του έργου να αποδώσει στο μέγιστο δυνατό βαθμό.