Παραμένει άγνωστος ο πλήρης κατάλογος των κειμηλίων που θα παραδoθούν στην Ελλάδα από τη Βουλγαρία – Τι αποκαλύπτουν βουλγαρικά δημοσιεύματα
Αν και έχουν περάσει δύο ημέρες από την υπογραφή του Μνημονίου Κατανόησης Ελλάδας–Βουλγαρίας από τους υπουργούς Πολιτισμού των δύο χωρών, Λίνα Μενδώνη και Εβτίμ Μιλόσεφ, στις 29 Σεπτεμβρίου 2026, ακόμη δεν έχει δημοσιοποιηθεί τι ακριβώς περιλαμβάνεται στα 48 κειμήλια που επιστρέφει η γειτονική χώρα στην Ελλάδα.
Η επίσημη ανακοίνωση περιορίζεται στην αναφορά ότι προέρχονται από την Ιερά Μονή Παναγίας Εικοσιφοίνισσας, την Ιερά Μονή Τιμίου Προδρόμου Σερρών και την Ιερά Μητρόπολη Σερρών και Νιγρίτης και ότι είχαν μεταφερθεί στη Σόφια το 1917.
Άγνωστο παραμένει επίσης εάν οι εκκλησιαστικοί φορείς στους οποίους πρόκειται να αποδοθούν τα κειμήλια είχαν εκ των προτέρων πλήρη εικόνα για το περιεχόμενο της συμφωνίας και, κυρίως, για το ποια ακριβώς αντικείμενα περιλαμβάνονται στον κατάλογο των 48.
Σέρρες: Ποια είναι τελικά τα 48 κειμήλια που επιστρέφουν από τη Βουλγαρία;
Μέχρι στιγμής, τουλάχιστον δημόσια, δεν έχει παρουσιαστεί αναλυτικός κατάλογος που να διευκρινίζει ποια και πόσα κειμήλια προέρχονται από κάθε Μονή και εκκλησιαστικό φορέα.
Στην περίπτωση της Μητρόπολης Δράμας, πάντως, ο Μητροπολίτης Δωρόθεος είναι ξεκάθαρος. Σε επιστολή του προς την υπουργό Πολιτισμού Λίνα Μενδώνη αναφέρει ότι δεν είχε καμία ενημέρωση για τη συμφωνία και ότι δεν του ζητήθηκε να συμμετάσχει σε σχετική διαβούλευση, παρά το γεγονός ότι, όπως σημειώνει, είχε επανειλημμένα θέσει στην υπουργό το ζήτημα της επιστροφής των κειμηλίων και των χειρογράφων της Εικοσιφοίνισσας.
Όπως χαρακτηριστικά αναφέρει, πληροφορήθηκε την επίτευξη της συμφωνίας από τα μέσα ενημέρωσης.
Διαφορετική είναι η εικόνα στις Σέρρες. Ο Μητροπολίτης Σερρών και Νιγρίτης Θεολόγος γνώριζε ότι το θέμα βρισκόταν σε διαπραγμάτευση και είχε ο ίδιος θέσει επανειλημμένα το ζήτημα της επιστροφής των κειμηλίων. Στις 29/5/2026 είχε συναντηθεί στο Μέγαρο Μαξίμου με τον πρωθυπουργό Κυριάκο Μητσοτάκη, παρουσία του βουλευτή Σερρών Τάσου Χατζηβασιλείου, θέτοντας, μεταξύ άλλων, το αίτημα επιστροφής των εκκλησιαστικών θησαυρών των Σερρών που βρίσκονται στη Βουλγαρία.
Σερρών Θεολόγος για τα κειμήλια: «Από σήμερα ξεκινά ακόμη πιο δυνατά ο κοινός αγώνας»
Μετά την ανακοίνωση της συμφωνίας, η Μητρόπολη Σερρών και Νιγρίτης χαιρέτισε την εξέλιξη, κάνοντας λόγο για ένα «πρώτο, αλλά τόσο σημαντικό βήμα» και επισημαίνοντας ότι ο αγώνας συνεχίζεται για την επιστροφή και των υπόλοιπων κειμηλίων. Ωστόσο, ούτε από την ανακοίνωση της Μητρόπολης Σερρών προκύπτει μέχρι στιγμής εάν ο Μητροπολίτης Θεολόγος είχε λάβει εκ των προτέρων τον τελικό κατάλογο των 48 αντικειμένων ή εάν γνώριζε ποια συγκεκριμένα κειμήλια του Τιμίου Προδρόμου και της Μητρόπολης Σερρών περιλαμβάνονται στη συμφωνία.
Πληροφορίες, οι οποίες δεν έχουν επιβεβαιωθεί επίσημα, αναφέρουν ότι τα 48 κειμήλια βρίσκονται ήδη στο Μουσείο Βυζαντινού Πολιτισμού Θεσσαλονίκης, προκειμένου να προετοιμαστούν για την επίσημη τελετή του Σαββάτου 3 Οκτωβρίου 2026. Εκεί, παρουσία του Κυριάκου Μητσοτάκη και του Προέδρου της Βουλγαρίας Ρούμεν Ράντεφ, θα υπογραφούν τα επίσημα πρωτόκολλα παράδοσης. Παράλληλα, η ελληνική πλευρά θα παραδώσει στη Βουλγαρία τα λείψανα που αποδίδονται στον Τσάρο Σαμουήλ, μαζί με το υπόλοιπο ανθρωπολογικό υλικό που είχε βρεθεί στις τέσσερις σαρκοφάγους στη Βασιλική του Αγίου Αχιλλείου, στις Πρέσπες.
Ποια είναι τα κειμήλια ;
Όσον αφορά τα 48 κειμήλια από τις πληροφορίες όμως που έχουν αρχίσει να δημοσιεύονται στη Βουλγαρία προκύπτει ότι ανάμεσά τους βρίσκονται εκκλησιαστικά αντικείμενα και κειμήλια, ενώ βουλγαρικά δημοσιεύματα αναφέρονται σε εκκλησιαστική σκευή, λειψανοθήκες και επενδύσεις Ευαγγελίων.
Ο γνωστός Βούλγαρος ιστορικός καθηγητής Χρίστο Ματάνοφ, μιλώντας στη NOVA, αποκάλυψε ότι ανάμεσα στα αντικείμενα που είχαν αποτελέσει αντικείμενο της ελληνοβουλγαρικής διαπραγμάτευσης βρίσκεται Ευαγγέλιο του Ιωάννη Καντακουζηνού με ιδιόχειρες σημειώσεις, το οποίο χαρακτήρισε ιδιαίτερης αξίας για την ελληνική πλευρά. Ο Ματάνοφ έκανε λόγο γενικότερα για χειρόγραφα και άλλα πολύτιμα αντικείμενα και αποκάλυψε κάτι ακόμη: ότι στη Βουλγαρία υπήρχε επί χρόνια αντίσταση στην επιστροφή τους στην Ελλάδα.
Όπως είπε, εάν η βουλγαρική πλευρά είχε συμφωνήσει νωρίτερα στην επιστροφή των εκκλησιαστικών κειμηλίων, πιθανότατα θα είχε παραλάβει νωρίτερα και τα λείψανα του Σαμουήλ.
Υπάρχουν, πάντως, σημαντικά αντικείμενα που μένουν εκτός της συμφωνίας. Δημοσίευμα της εφημερίδας «Καθημερινή», αναφέρει πως στη συμφωνία ανταλλαγής δεν περιλαμβάνεται το μπλε βελούδινο σάβανο που βρέθηκε μαζί με τα λείψανα και φέρει το οικόσημο του τσάρου Σαμουήλ και πως από την ελληνική πλευρα διεκδικούνται επίσης βυζαντινά χειρόγραφα, τα οποία φυλάσσονται στην Ακαδημία Επιστημών της Βουλγαρίας και δεν εμπίπτουν στη δικαιοδοσία του βουλγαρικού υπουργείου Πολιτισμού.
Τα 48 κειμήλια θα παρουσιαστούν αρχικά στο Μουσείο Βυζαντινού Πολιτισμού στη Θεσσαλονίκη και θα παραμείνουν εκεί έως τις 5 Νοεμβρίου 2026. Στη συνέχεια θα παραδοθούν στην Εικοσιφοίνισσα, στον Τίμιο Πρόδρομο και στη Μητρόπολη Σερρών και Νιγρίτης, ανάλογα με την προέλευση κάθε αντικειμένου.
Από το «μεταφέρθηκαν» στο «αρπάχθηκαν»
Ίσως ακόμη σημαντικότερη από την ίδια την επιστροφή είναι μια αλλαγή που καταγράφεται αυτές τις ημέρες μέσα στη Βουλγαρία. Για δεκαετίες, η βουλγαρική δημόσια αφήγηση απέφευγε τον όρο «λεηλασία». Τα αντικείμενα παρουσιάζονταν ως κειμήλια που «μεταφέρθηκαν», «περισώθηκαν» ή βρέθηκαν στη Βουλγαρία μετά τις στρατιωτικές επιχειρήσεις του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Τώρα όμως μεγάλα βουλγαρικά μέσα χρησιμοποιούν διαφορετικές λέξεις.
Η εφημερίδα 24 Chasa, σε εκτενές δημοσίευμα για τη συμφωνία, αναφέρει ήδη στον υπότιτλό της ότι ο Ρούμεν Ράντεφ επιστρέφει στον Κυριάκο Μητσοτάκη αντικείμενα «αρπαγμένα/λεηλατημένα από ελληνικά μοναστήρια το 1917» χωρίς περιστροφές ότι τα 48 κειμήλια προέρχονται από την Εικοσιφοίνισσα, τον Τίμιο Πρόδρομο Σερρών και τη Μητρόπολη Σερρών και Νιγρίτης και μεταφέρθηκαν στη Σόφια το 1917.
Το Radio Plovdiv του Βουλγαρικού Εθνικού Ραδιοφώνου κάνει λόγο για «48 κειμήλια που απομακρύνθηκαν από Βούλγαρους στρατιώτες κατά τη διάρκεια του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου», ενώ το Dir.bg τα χαρακτηρίζει ευθέως «48 ελληνικά κειμήλια». Η NOVA, από την πλευρά της, γράφει ότι πρόκειται για αντικείμενα ελληνικών μοναστηριών και εκκλησιαστικών φορέων που «είχαν παρθεί το 1917».
Το Βουλγαρικό Εθνικό Ραδιόφωνο παραμένει περισσότερο ουδέτερο, το οποίο αναφέρει πως αντικείμενα «μεταφέρθηκαν στη Σόφια το 1917». Αναγνωρίζει, ωστόσο, ρητά την προέλευσή τους από την Ιερά Μονή Παναγίας Εικοσιφοίνισσας, την Ιερά Μονή Τιμίου Προδρόμου Σερρών και την Ιερά Μητρόπολη Σερρών και Νιγρίτης
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η τοποθέτηση του ερευνητή, διδάκτορα και πρώην βουλευτή Μπόρις Στανιμίροφ, ο οποίος διαφοροποιείται από την άποψη ότι τα κειμήλια απλώς «διασώθηκαν». Όπως αναφέρει, «πάρθηκαν και μεταφέρθηκαν στη Σόφια με την ιδέα ότι θα παραμέναμε σε αυτά τα εδάφη», συνδέοντας τη μεταφορά τους με τις τότε εδαφικές επιδιώξεις της Βουλγαρίας. Τάσσεται ξεκάθαρα υπέρ της επιστροφής τους, θεωρώντας ότι δεν αποτελούν εθνικά λάφυρα, αλλά θρησκευτικά αφιερώματα. Υποστηρίζει ότι πρέπει να επιστραφούν στα μοναστήρια για τα οποία δωρίστηκαν και ξεκαθαρίζει ότι η επιστροφή τους δεν πρέπει να εξαρτάται από την υπόθεση των λειψάνων του Σαμουήλ.
Στον αντίποδα, πάντως, Βούλγαροι ιστορικοί και αρχαιολόγοι εξακολουθούν να απορρίπτουν τον όρο «λεηλασία», υποστηρίζοντας ότι τα κειμήλια δεν εκλάπησαν αλλά «διασώθηκαν» κατά τη διάρκεια του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Χαρακτηριστική είναι η θέση του αρχαιολόγου Καζιμίρ Ποπκονσταντίνοφ, ο οποίος υποστηρίζει ότι οι Βούλγαροι επιστήμονες της εποχής «δεν τα ιδιοποιήθηκαν, αλλά τα έσωσαν», ενώ ανάλογη άποψη είχε εκφράσει και ο πρώην διευθυντής του Εθνικού Ιστορικού Μουσείου Μποζιντάρ Ντιμιτρόφ, λέγοντας χαρακτηριστικά: «Δεν μπορεί να γίνεται λόγος για λεηλασία. Διασώθηκαν».
Στην ίδια γραμμή κινείται και ο ιστορικός Γκόραν Μπλαγκόεφ, ο οποίος υποστηρίζει ότι τα αντικείμενα απομακρύνθηκαν από τον βουλγαρικό στρατό για να προστατευθούν Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του, ορισμένα από τα αντικείμενα προέρχονταν από περιοχές με βουλγαρικό πληθυσμό και είχαν βουλγαρική προέλευση, ακόμη και όταν έφεραν ελληνικές επιγραφές. Προειδοποίησε μάλιστα ότι η επιστροφή τους θα μπορούσε να αποτελέσει προηγούμενο για ανάλογες διεκδικήσεις από άλλες βαλκανικές χώρες.