Ο δημοφιλής τραγουδιστής Γιώργος Μαζωνάκης άφησε την τελευταία του πνοή στο νοσοκομείο «Ελπίς» έπειτα από ανακοπή
Την τελευταία του πνοή σε ηλικία 54 ετών άφησε το απόγευμα της Τετάρτης από ανακοπή ο Γιώργος Μαζωνάκης. Σύμφωνα με τις πρώτες πληροφορίες, ο αγαπημένος τραγουδιστής υπέστη ανακοπή καρδιάς ενώ βρισκόταν σε ιδιωτικό παθολογικό ιατρείο στο Κολωνάκι. Μεταφέρθηκε εσπευσμένα στο νοσοκομείο «Ελπίς», όπου, παρά τις προσπάθειες των γιατρών να τον κρατήσουν στη ζωή, κατέληξε.
Ο Γιώργος Μαζωνάκης υπήρξε ένας από τους πιο δημοφιλείς και αναγνωρίσιμους Έλληνες τραγουδιστές της γενιάς του, με πολυετή παρουσία στη μουσική σκηνή και μεγάλες επιτυχίες που αγαπήθηκαν από το κοινό.
Γεννήθηκε τον Μάρτιο του 1972 στη Νίκαια και έκανε τα πρώτα του βήματα στη δισκογραφία το 1992, σε ηλικία μόλις 20 ετών. Στα χρόνια που ακολούθησαν κατάφερε να διαγράψει μια ιδιαίτερα επιτυχημένη πορεία στο ελληνικό τραγούδι και να αποκτήσει το δικό του ξεχωριστό αποτύπωμα στη σύγχρονη ελληνική μουσική σκηνή.
Από τη Νίκαια στην κορυφή της ελληνικής δισκογραφίας
Ο Γιώργος Μαζωνάκης τραγούδησε για πρώτη φορά σε νυχτερινό κέντρο της Πάτρας και το καλοκαίρι του 1992 τον ανακάλυψε η PolyGram, ανοίγοντας τον δρόμο για μια μακρά και ιδιαίτερα επιτυχημένη πορεία στη δισκογραφία.
Ο πρώτος του δίσκος, «Μεσάνυχτα και κάτι», κυκλοφόρησε το 1993, ενώ έναν χρόνο αργότερα ακολούθησε το «Με τα μάτια να το λες», μέσα από το οποίο ξεχώρισαν τραγούδια όπως τα «3 το πρωί», «Ανήκω σε μένα» και «Μη μου ζητάς». Το 1996 κυκλοφόρησε το «Μου λείπεις», που γνώρισε μεγάλη επιτυχία και έγινε χρυσό, ενώ το «Παιδί της Νύχτας», το 1997, έγινε πλατινένιο.
Από εκεί και έπειτα ακολούθησε μια πορεία γεμάτη επιτυχίες, δίσκους και συνεργασίες, που τον καθιέρωσαν ως έναν καλλιτέχνη με ξεχωριστή θέση στη σύγχρονη ελληνική μουσική.
Η ιδιαίτερη σκηνική παρουσία που έγινε σήμα κατατεθέν του
Ο Γιώργος Μαζωνάκης δεν περιορίστηκε ποτέ μόνο στα τραγούδια του. Με το ιδιαίτερο ταμπεραμέντο, τη χαρακτηριστική φωνή και την αντισυμβατική αισθητική του δημιούργησε ένα απολύτως προσωπικό ύφος, ενώ οι εμφανίσεις του στα μεγάλα νυχτερινά κέντρα της Αθήνας συζητήθηκαν πολλές φορές τόσο για τη μουσική όσο και για τη σκηνική τους προσέγγιση.
Χαρακτηριστική υπήρξε η συνεργασία του με τον χορογράφο Κωνσταντίνο Ρήγο, με τον οποίο πειραματίστηκε με διαφορετικές εικόνες και σκηνικά. Οι εμφανίσεις του με φούστες και πλατφόρμες προκάλεσαν αίσθηση και συζητήθηκαν έντονα, σε μια εποχή κατά την οποία τέτοιες επιλογές ήταν πολύ λιγότερο συνηθισμένες στην ελληνική νυχτερινή διασκέδαση.
Στη διάρκεια της καριέρας του πραγματοποίησε εμφανίσεις σε ολόκληρη την Ελλάδα και την Κύπρο, αλλά και στο εξωτερικό, από τη Γερμανία και την Αυστραλία μέχρι τις Ηνωμένες Πολιτείες, με συναυλίες μεταξύ άλλων στη Νέα Υόρκη, το Νιου Τζέρσεϊ, το Ατλάντικ Σίτι και το Σικάγο.
Η μουσική του έφτασε και στην Ιταλία, όπου κυκλοφόρησε συλλογή με μεγάλες επιτυχίες του μετά την απήχηση που γνώρισε το «Μου λείπεις», το οποίο χρησιμοποιήθηκε σε διαφήμιση αυτοκινήτου.
Οι σημαντικές συνεργασίες
Στα περισσότερα από 30 χρόνια της καλλιτεχνικής του διαδρομής συνεργάστηκε με πολλούς γνωστούς δημιουργούς και ερμηνευτές. Ανάμεσά τους ο Σταμάτης Γονίδης, ο Νότης Σφακιανάκης, οι Goin’ Through και η Μαίρη Λίντα, η οποία συμμετείχε στο άλμπουμ «Μπροστά σ’ ένα Μικρόφωνο» ερμηνεύοντας το «Δεν θέλω πια να ξαναρθείς».
Το 2002 ερμήνευσε επίσης δύο τραγούδια του Σταμάτη Κραουνάκη, τα «Καμικάζι» και «Ξημερώνει πάλι», για το soundtrack της ταινίας του Νίκου Παναγιωτόπουλου «Κουράστηκα να σκοτώνω τους αγαπητικούς σου».
Σε όλη την πορεία του δεν σταμάτησε να πειραματίζεται με τον ήχο, την εικόνα και το ρεπερτόριό του, καταφέρνοντας να παραμένει αναγνωρίσιμος χωρίς να μένει στάσιμος. Από το «Παιδί της Νύχτας» και το «Μου λείπεις» μέχρι τις μεταγενέστερες επιτυχίες του, τα τραγούδια του συνόδευσαν διαφορετικές γενιές και έγιναν αναπόσπαστο κομμάτι της ελληνικής νυχτερινής διασκέδασης.
Ο ξαφνικός θάνατός του σε ηλικία μόλις 54 ετών κλείνει πρόωρα μια διαδρομή που άφησε έντονο αποτύπωμα στο ελληνικό τραγούδι και προκαλεί σοκ στον καλλιτεχνικό κόσμο και στο κοινό που τον ακολουθούσε για περισσότερες από τρεις δεκαετίες.