«Μόνο στην ντροπή έχουμε όλοι μερίδιο και αυτό είναι πράγματι δυσβάσταχτα μεγάλο-Είδαμε το τέρας της ανομίας να γιγαντώνεται»
Σε αυτήν την πόλη, που οι ψίθυροι για την άρρωστη κοινωνία ήταν «κοινό μυστικό» δεν τολμήσαμε να γιατρέψουμε ψυχές, να αγκαλιάσουμε τον φοβισμένο, να σώσουμε τους πληγωμένους.
Θεατές σε ένα «παιχνίδι» ρουλέτας, που κάποια στιγμή θα έδειχνε …μαύρο! Για αυτό και το δάκρυ δεν τολμά να στάξει. Για αυτό και τα χείλη είναι σφιχτά και δεν αφήνουν το ουρλιαχτό του πόνου να ξεσπάσει, για αυτό και τα μάτια κατεβαίνουν, όταν συναντάμε τους συνανθρώπους μας. Δεν κάναμε τίποτα σε αυτήν την πόλη για να τη σώσουμε! Δεν διακούμαστε να συμμετέχουμε στον πόνο. Μόνο στην ντροπή έχουμε μερίδιο και αυτό είναι πράγματι δυσβάσταχτα μεγάλο.
Βουβή η πόλη των Σερρών, με χείλη σφιχτά και το δάκρυ στην άκρη των ματιών να μην τολμά να «κυλήσει». Ενοχές για την ανοχή μας, ενοχές για τη σιωπή μας, ενοχές για τη βοήθεια, που ποτέ δεν δώσαμε. Κι ύστερα τα ερωτηματικά, που «τρυπούν» το μυαλό και δεν παίρνουν απαντήσεις.
Γιατί αφήσαμε να «φυτρώσουν» μέσα στην πόλη μας παράσιτα, που γιγαντώθηκαν; Γιατί κλείσαμε τα μάτια μπροστά στην παραβατικότητα; Γιατί σιωπήσαμε, όταν είδαμε το «τέρας» της ανομίας να γιγαντώνεται, γιατί δεν βοηθήσαμε, δεν συνδράμαμε, δεν διαμαρτυρηθήκαμε για εκείνες τις εικόνες, που όλοι βλέπαμε κλεισμένοι στο κουκούλι μας, στο «βόλεμά» μας, στον ατομισμό μας, στον κόσμο μας;
Τι τελικά κάναμε; Αφήναμε εκεί έξω τις εστίες της κάθε λογής παραβατικότητας να πολλαπλασιάζονται…