Άλλες περιοχές επενδύουν στη φύση, σχεδιάζουν, υλοποιούν και οργανώνουν δίκτυα διαδρομών και εμείς μένουμε εκτός.
Όλο και περισσότερο τα τελευταία χρόνια, δήμοι σε όλη τη χώρα επενδύουν στον λεγόμενο φυσιολατρικό – πεζοπορικό τουρισμό, δημιουργώντας σύγχρονα, οργανωμένα μονοπάτια στους ορεινούς όγκους τους.
Πρόσφατα, 107 προτάσεις από Δήμους, Περιφέρειες και Ιερές Μονές, που πληρούσαν τα κριτήρια, εντάχθηκαν στο Ταμείο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας για τη δημιουργία εθνικού δικτύου μονοπατιών, με συνολικό προϋπολογισμό περίπου 41,2 εκατομμύρια ευρώ. Ένα μέγεθος που από μόνο του δείχνει προς τα πού πηγαίνει η χώρα. Και όμως. Από αυτή τη λίστα δεν υπάρχει ούτε ένας δήμος των Σερρών.
Και αυτό δεν είναι μια λεπτομέρεια. Γιατί μιλάμε για έναν τόπο με μοναδικό φυσικό ανάγλυφο και ιστορικό βάθος που δύσκολα συναντάς αλλού στην Ελλάδα. Η Κερκίνη, το Άγκιστρο, ο Όρβηλος, η Βροντού, το Μενοίκιο, τα Κρούσια, το Παγγαίο, τα Κερδύλια… δεν είναι απλώς σημεία στον χάρτη. Είναι ένα ενιαίο, σπάνιο φυσικό δίκτυο, με τεράστιες δυνατότητες για πεζοπορία και τουρισμό φύσης. Κι όμως, παραμένει χωρίς οργανωμένο σχέδιο.
Γιατί όμως αυτή η αδιαφορία από την πλευρά των δήμων των Σερρών, σε έναν τόπο που έχει όλα τα συγκριτικά πλεονεκτήματα; Για να είμαστε δίκαιοι, το πρόβλημα δεν είναι ότι δεν υπάρχει βάση. Το αντίθετο. Υπάρχουν δραστήριοι φορείς, άνθρωποι που γνωρίζουν, σύλλογοι και πρωτοβουλίες που δουλεύουν με πάθος και μεράκι. Άνθρωποι που αφιερώνουν εθελοντικά δεκάδες εργατοώρες, καθαρίζοντας και κρατώντας ζωντανά παλιά μονοπάτια. Αυτή η προσπάθεια υπάρχει. Είναι πραγματική. Και είναι πολύτιμη. Αλλά μένει μόνη της.
Αυτό που λείπει είναι το αυτονόητο: Η πολιτική βούληση να συνδεθούν όλα αυτά σε ένα σχέδιο. Σε κάτι οργανωμένο. Με στόχο, συνέχεια και διάρκεια. Γιατί σήμερα δεν χρηματοδοτούνται αποσπασματικές κινήσεις. Χρηματοδοτούνται δίκτυα. Σχέδια. Συνολικές προσεγγίσεις. Και εδώ ακριβώς είναι το πρόβλημα.
Οι δήμοι των Σερρών δεν έχουν ακόμη κατανοήσει ότι το μονοπάτι δεν είναι “κάτι μικρό”. Είναι υποδομή. Είναι εργαλείο ανάπτυξης. Είναι ταυτότητα. Όταν αυτό δεν το βλέπεις, δεν ετοιμάζεις μελέτες, δεν καταθέτεις προτάσεις, δεν διεκδικείς. Και όταν δεν είσαι έτοιμος, απλά μένεις έξω.
Την ίδια στιγμή, υπάρχει και ένα δεύτερο επίπεδο ευθύνης. Οι τοπικές δασικές υπηρεσίες. Που αντί να λειτουργούν ως σύμμαχοι σε μια σύγχρονη, ήπια και βιώσιμη αξιοποίηση του δάσους, συχνά μένουν εγκλωβισμένες σε μια καθαρά γραφειοκρατική και αμυντική λογική. Και έτσι, ακόμη και όπου υπάρχει διάθεση, τα πράγματα κολλάνε. Και κάπως έτσι, ενώ άλλες περιοχές προχωρούν, εδώ μένουμε στάσιμοι.
Το ερώτημα λοιπόν δεν είναι θεωρητικό. Είναι απολύτως πρακτικό και αφορά το σήμερα, όχι κάποιο μακρινό μέλλον. Γιατί όσο καθυστερούμε, χάνουμε ευκαιρίες. Χάνουμε τη δυνατότητα να δημιουργήσουμε έναν συνεχώς αναπτυσσόμενο τομέα τουρισμού, που βασίζεται στη φύση, στην εμπειρία και στην αυθεντικότητα του τόπου.
Χάνουμε έσοδα που θα μπορούσαν να μείνουν στις τοπικές κοινωνίες, να στηρίξουν μικρές επιχειρήσεις, να δώσουν ζωή σε χωριά και ορεινές περιοχές. Χάνουμε τη δημιουργία θέσεων εργασίας ώστε να κρατήσουμε κόσμο στον τόπο του, να δώσουμε λόγο στους νέους να μείνουν ή να επιστρέψουν.
Και όλα αυτά, όχι γιατί δεν υπάρχουν οι προϋποθέσεις. Υπάρχουν. Είναι μπροστά μας. Αλλά μένουν αναξιοποίητες. Γιατί στο τέλος της ημέρας, το ζήτημα δεν είναι τι διαθέτει ένας τόπος. Είναι αν αποφασίζει να το ενεργοποιήσει. Αν κάνει το βήμα από τη διαπίστωση στην πράξη. Και εδώ είναι που κρίνονται όλα.