Σερραίοι παραγωγοί μιλούν για τη στροφή στη δενδροκαλλιέργεια, τα νέα δεδομένα στον αγροτικό τομέα και τις ευκαιρίες
Σε μια εποχή κατά την οποία οι συμβατικές καλλιέργειες δέχονται ασφυκτικές πιέσεις σε ολόκληρη τη χώρα και ιδιαίτερα στον Νομό Σερρών, έξι άνθρωποι του τόπου μιλούν στο LionNews.gr για τις προοπτικές των δυναμικών – εναλλακτικών καλλιεργειών.
Με πολυετή εμπειρία στον πρωτογενή τομέα καταθέτουν τα πλεονεκτήματα μιας τέτοιας επιλογής, τους κινδύνους που ελλοχεύουν, αλλά και τα προβλήματα που προκαλεί η κλιματική αλλαγή. Ιδιαίτερη αίσθηση προκαλεί η επισήμανσή τους ότι τα συνεργατικά σχήματα (ομάδες παραγωγών) δεν ευδοκιμούν κυρίως λόγω των αρνητικών εμπειριών του παρελθόντος. Παράλληλα, υπογραμμίζουν πως η δενδροκαλλιέργεια απαιτεί σημαντικές επενδύσεις και συστηματική φροντίδα.
Δυναμική καλλιέργεια τα μήλα


Ο Κοσμάς Παυλίδης από το Αχλαδοχώρι Σερρών, πατέρας τεσσάρων παιδιών, αποφάσισε το 2009 μαζί με τη σύζυγό του Ελένη Καραντωνίου να εγκαταλείψουν την καπνοκαλλιέργεια, που αποτελούσε βασική δραστηριότητα στο χωριό. Στράφηκε στην καλλιέργεια μήλων, ξεκινώντας με 13 στρέμματα και φτάνοντας σήμερα να καλλιεργεί περίπου 40.
Τα τελευταία πέντε χρόνια συνεργάζεται σταθερά με τον Συνεταιρισμό της Νάουσας, εξασφαλίζοντας ένα βιώσιμο και ικανοποιητικό εισόδημα. Ο ίδιος συστήνει ανεπιφύλακτα τη δενδροκαλλιέργεια σε νέους ανθρώπους.
«Είναι μια δυναμική καλλιέργεια. Την ξεκίνησα χωρίς να υπάρχει έτοιμη υποδομή και εξελισσόμαστε πολύ καλά. Όποιος έχει μεράκι και διάθεση για δουλειά, μπορεί να εξασφαλίσει ένα ικανοποιητικό εισόδημα», αναφέρει. Ωστόσο, σημειώνει ότι παλαιότερη προσπάθεια δημιουργίας συνεργατικού σχήματος δεν ευοδώθηκε, ενώ σήμερα κάτι τέτοιο φαντάζει δύσκολο, καθώς αρκετοί εγκατέλειψαν ή συνταξιοδοτήθηκαν.
Μια απαιτητική και δαπανηρή καλλιέργεια
Ο 50χρονος Γιώργος Σαξώνης, αν και ζει στην Αθήνα, καλλιεργεί 56 στρέμματα μήλα στο Αχλαδοχώρι, τόπο καταγωγής της μητέρας του. Ασχολείται με τα μήλα από το 2011 και τα τελευταία τέσσερα χρόνια συνεργάζεται με τον Συνεταιρισμό της Νάουσας.
Με 15 χρόνια εμπειρίας, χαρακτηρίζει το εγχείρημα δύσκολο: «Τα τελευταία χρόνια τα πράγματα έχουν δυσκολέψει λόγω των καιρικών συνθηκών, των ζημιών που προκλήθηκαν, αλλά και του κανονιστικού πλαισίου για τις αποζημιώσεις, ειδικά στα μήλα».
Τονίζει ότι πρόκειται για ακριβή καλλιέργεια που απαιτεί κεφάλαιο, ενώ επισημαίνει ως μειονέκτημα την έλλειψη εμπιστοσύνης στα συνεργατικά σχήματα. Παράλληλα, αναδεικνύει το πρόβλημα έλλειψης έμπειρου προσωπικού για τη συγκομιδή, γεγονός που οδηγεί πολλούς παραγωγούς στη λύση εργατών από δομές φιλοξενίας.
Επενδύοντας σε δυναμικές καλλιέργειες

Ο Ακτινιδεώνας Στάμτση ιδρύθηκε το 2016 από τον δρ. Ηλεκτρολόγο Μηχανικό Γιώργο Στάμτση και τον αδελφό του, γεωπόνο Σταμάτη Στάμτση. Στόχος τους ήταν να αξιοποιήσουν τα εύφορα εδάφη του κάμπου του Στρυμόνα και το ευνοϊκό κλίμα της περιοχής, επιλέγοντας μια εξαγωγική και δυναμική καλλιέργεια.
Σήμερα, ο ακτινιδεώνας, εκτείνεται σε 200 στρέμματα κι έχει αναπτυχθεί ως αγροδασικό σύστημα με λεύκες που λειτουργούν ως ανεμοφράκτες. Παράλληλα, δημιούργησαν αποθηκευτικούς χώρους, ψυγεία και συσκευαστήριο μέσω του προγράμματος Leader, ώστε να διαχειρίζονται εμπορικά οι ίδιοι την παραγωγή τους.
Το ελληνικό ακτινίδιο κατέχει πλέον ισχυρή θέση στις διεθνείς αγορές, με προοπτικές περαιτέρω ανάπτυξης, εφόσον οργανωθεί αποτελεσματικότερα η εξαγωγική του στρατηγική. Καθοριστικός παράγοντας, όπως επισημαίνουν, είναι και ο εξορθολογισμός της χρήσης του αρδευτικού νερού, όπως εφαρμόστηκε στην περιοχή του ΤΟΕΒ Σιδηροκάστρου με την εγκατάσταση ψηφιακών υδρόμετρων, που οδήγησε σε εξοικονόμηση και καλύτερη διαχείριση.
«Έχει ουσιαστικό νόημα όποιος ασχολείται με τον αγροτικό τομέα να αξιοποιήσει τις προϋποθέσεις για την ανάπτυξη δυναμικών καλλιεργειών», τονίζει ο Γιώργος Στάμτσης.
Βιώσιμο εισόδημα με επενδύσεις και κλίμακα παραγωγής

Ο 48χρονος Περικλής Δημητρίου από το Μανδράκι Σερρών καλλιεργεί 60 στρέμματα καρυδιές, έχοντας στραφεί στην παραγωγή πριν από 12 χρόνια, ενώ προηγουμένως καλλιεργούσε τριφύλλι. Διαθέτει τα προϊόντα του τόσο απευθείας όσο και σε εμπόρους, ενώ παράλληλα δραστηριοποιείται και στην κτηνοτροφία.
Επένδυσε σημαντικά σε εξοπλισμό (φούρνους, πλυντήριο, τρακτέρ, δονητή καρυδιών), αξιοποιώντας επιδότηση 60% μέσω Σχεδίων Βελτίωσης. Παράλληλα, συμμετέχει σε πενταετές πρόγραμμα φυτοπροστασίας με ενίσχυση 100 ευρώ ανά στρέμμα.
«Ήθελα μια δεύτερη δραστηριότητα. Για να υπάρξει βιώσιμο εισόδημα απαιτούνται πολλά στρέμματα, επενδύσεις και εργατικά χέρια για τη συγκομιδή», σημειώνει, ενθαρρύνοντας ωστόσο τους νέους να ασχοληθούν με τον κλάδο.
Ομαδικά σχήματα και υπεραξία προϊόντος


Ο 38χρονος Θεμιστοκλής Τομπουλίδης καλλιεργεί 120 στρέμματα καρυδιές, καθώς και φουντουκιές κι ελιές. Απόφοιτος Πληροφορικής του ΤΕΙ Σερρών επέλεξε το 2015 να στραφεί δυναμικά στον πρωτογενή τομέα, συνεχίζοντας την οικογενειακή παράδοση.
Διαθέτει τα προϊόντα του κυρίως λιανικά στη Θεσσαλονίκη και σε άλλες περιοχές. Επισημαίνει ωστόσο ότι τα τελευταία χρόνια η αύξηση των καλλιεργειών έχει οδηγήσει σε έξαρση ασθενειών, ενώ η κλιματική αλλαγή (καύσωνες, χαλαζοπτώσεις, παγετοί) έχει επηρεάσει αρνητικά την παραγωγή.
«Το καρύδι είναι απαιτητική καλλιέργεια και χρειάζεται επενδύσεις. Για να δώσουμε υπεραξία στο προϊόν απαιτούνται οργάνωση, μάρκετινγκ και συνεργασίες», τονίζει, αναγνωρίζοντας τις δυσκολίες δημιουργίας βιώσιμων ομαδικών σχημάτων.
Σωστή φροντίδα και προσεκτική επιλογή φυτωρίων

Ο Θεόδωρος Καρπάτσης, με 30ετή εμπειρία στη δενδροκαλλιέργεια, συμβουλεύει τους νέους να ασχοληθούν με την καλλιέργεια καρυδιών, αλλά σε λογική κλίμακα. «Διακόσια δέντρα είναι αρκετά, αρκεί να υπάρχει σωστή λίπανση και διαχείριση», επισημαίνει.
Ιδιαίτερη έμφαση δίνει στην επιλογή αξιόπιστων φυτωρίων, καθώς έχουν παρατηρηθεί φαινόμενα προμήθειας μη πιστοποιημένων δενδρυλλίων από το εξωτερικό. Ο ίδιος, με καταγωγή από το Μελενικίτσι, διατηρεί κατάστημα γεωργικών εφοδίων και καλλιεργεί 38 στρέμματα καρυδιές.
Οι μαρτυρίες των παραγωγών από τον Νομό Σερρών αναδεικνύουν μια κοινή συνισταμένη: οι δυναμικές καλλιέργειες μπορούν να προσφέρουν προοπτική και βιώσιμο εισόδημα, αρκεί να συνοδεύονται από επενδύσεις, τεχνογνωσία, σωστή οργάνωση και προσαρμογή στις νέες κλιματικές συνθήκες.
Παρά τις δυσκολίες και την επιφυλακτικότητα απέναντι στα συλλογικά σχήματα, ο πρωτογενής τομέας εξακολουθεί να προσφέρει ευκαιρίες σε όσους είναι διατεθειμένοι να δουλέψουν με σχέδιο, επιμονή και σύγχρονη επιχειρηματική αντίληψη.