Σέρρες: Άνθρωποι μονάχοι σε χωριά ερημωμένα

«Οι ώρες περνούν δύσκολα και βασανιστικά στα χωριά του Νομού Σερρών. Έρημα χωριά, μοναξιά, χωριά γερόντων!»

«Οι ώρες περνούν δύσκολα και βασανιστικά στα χωριά του Νομού Σερρών. Έρημα χωριά, μοναξιά, χωριά γερόντων!»

Κατά τις προηγούμενες ημέρες είχα την ευκαιρία να επισκεφτώ πολλά από τα χωριά του Δήμου Αμφίπολης του Νομού Σερρών. Τα περισσότρερα εξ αυτών κατήντησαν χωριά γερόντων, χωριά μοναχικών ανθρώπων. Σπίτια και αυλές, που φιλοξενούν έναν μόνο ένοικο, άνδρα ή γυναίκα και που, όταν συναντήσεις στο οπτικό τους πεδίο, διακρίνεις τη μοναξιά να διαγράφει ομόκεντρους κύκλους γύρω από τα μάτια τους.


Μία μοναξιά έτοιμη να σε κάνει στόχαστρο και δύσκολα να αποδεχτεί να σπάσει. Λευκά κεφάλια, ξεπροβάλλουν από τις αυλές, που έχουν ανθισμένα χρυσάνθεμα στις άκρες τους. Το καταλαβαίνεις από την περιποιημένη αυλή, από τα λουλούδια στον κήπο και τα περβάζια των παραθύρων, από τα καθαρά σκαλοπάτια και τους βαμμένους τοίχους. Ο χαιρετισμός, που πρότεινες σαν κάλεσμα επικοινωνίας σπάνια παίρνει απάντηση και ακόμη δυσκολότερα γινόταν το κλειδί, που θα άνοιγε την πόρτα της απομόνωσης και της αποξένωσης στην οποία έχουν εγκλωβιστεί.

Ο φόβος από τις ειδήσεις, που συνήθως μεγαλοποιείται στις κλειστές κοινωνίες είναι πρόσφατος. Προχθές ξεγέλασαν την κυρία Ελένη δύο άγνωστοι και της απέσπασαν το ποσό των 300 ευρώ!
Η καχυποψία «φώλιασε» μέσα τους και το άγνωστο έγινε εχθρός τους. Δύσκολα εξελίσσεται ο διάλογος, που προσπαθείς να στήσεις, καθώς οι κοφτές, μονολεκτικές απαντήσεις στήνουν οδοφράγματα στις ερωτήσεις σου. Κι αν καταφέρεις να κερδίσεις μερίδα εμπιστοσύνης, τότε το παράπονο στάζει χολή από κάθε τους λέξη. Μία φράση εντυπώθηκε στη μνήμη μου: «Δεν περνούν οι ώρες παιδί μου, δεν περνούν!»


Φράση, που αποδίδει ακριβώς το μέγεθος της μοναξιάς τους. Για τους άντρες είναι λίγο καλύτερα, καθώς το καφενείο του χωριού (όπου υπάρχει) γίνεται τόπος ειδήσεων, διαλόγου και επικοινωνίας. Στα χωριά βραδιάζει θαρρείς πιο γρήγορα και η σιωπή, που «σέρνεται» στιους δρόμους μεγεθύνει τους ήχους και τις φωνές. Κι επειδή τρέφω ιδιαίτερη αδυναμία για την Τρίτη Ηλικία, κάθε φορά που έφευγα από ένα χωριό έπαιρνα μαζί μου και λίγο από το παράπονό τους,

Παράπονο για την επίσημη Πολιτεία, που τους έχει εγκαταλείψει, παράπονο για τη ζωή, που άρπαξε τα παιδιά τους από τα χωριά και τα έστειλε απανταχού της γης για το μεροκάματο. Εκείνο, που έλεγα φωναχτά πια, κάθε φορά που έφευγα από κάποιο χωριό του Δήμου Αμφίπολης ήταν αυτό: «Κάθε σπιτί και μία μοναξιά, κάθε σπίτι και ερημιά!»

Ακολούθησε το LionNews.gr στο Google News για όλες τις τελευταίες ειδήσεις

Τελευταία Νέα

Σχετικές Ειδήσεις

Generic selectors
Exact matches only
Search in title
Search in content
Post Type Selectors