Η εντυπωσιακή επιτυχία της αναβίωσης απέδειξε πως η Μάχη των Οχυρών μπορεί να γίνει μοχλός ανάπτυξης για ολόκληρη την περιοχή
Η επιτυχία της αναβίωσης στο Ρούπελ αποτελεί ίσως την πιο ξεκάθαρη απόδειξη πως ο ιστορικός τουρισμός ή, όπως αποκαλείται διεθνώς, ο «τουρισμός μνήμης», δεν αφορά μόνο τη διατήρηση της ιστορικής μνήμης. Μπορεί να δημιουργήσει πετυχημένες εκδηλώσεις, να φέρει κόσμο σε έναν τόπο και, κυρίως, να διαμορφώσει τις συνθήκες για ουσιαστική ανάπτυξη καθ’ όλη τη διάρκεια του χρόνου, με πολλαπλά οφέλη για την τοπική οικονομία και κοινωνία.
Ας δούμε τι ήδη έχουμε. Καταρχάς, μια διοργάνωση που καταφέρνει να προσελκύει χιλιάδες επισκέπτες στην περιοχή, γύρω από έναν τόπο με ισχυρό ιστορικό αποτύπωμα και μοναδικό απόθεμα: τη Γραμμή Μεταξά, τη Μάχη των Οχυρών και το Ρούπελ, που πλέον έχουν αποκτήσει αναγνωρισιμότητα πολύ πέρα από τα όρια του νομού Σερρών. Η πρωτοβουλία που ξεκίνησε το 2016 ως μια τολμηρή ιδέα απο κάποιους ανθρώπους, στηρίχθηκε τότε από τον Δήμο Σιντικής και το Υπουργείο Εθνικής Άμυνας, εξελίχθηκε χρόνο με τον χρόνο, γιγαντώθηκε και έφτασε στο σημερινό επίπεδο, για το οποίο δικαιωματικά μπορούν να αισθάνονται περήφανοι όσοι συνέβαλαν σε αυτή τη διαδρομή. Ανάμεσά τους και αρκετοί που στα πρώτα χρόνια την αμφισβήτησαν ή ακόμη και την πολέμησαν ποικιλοτρόπως.
Η εκδήλωση πλέον βρίσκεται σε μια κρίσιμη καμπή. Όχι ως προς το εάν θα αντέξει στον χρόνο μια και αυτό το έχει ήδη αποδείξει. Το πραγματικό ερώτημα είναι αν μπορεί να σηκωθεί ακόμη ψηλότερα, να εξελιχθεί σε κάτι ακόμη μεγαλύτερο, με ευρύτερο αποτύπωμα για τον τόπο, την ιστορική μνήμη αλλά και την οικονομία της περιοχής.
Και αυτό δεν σχετίζεται με την εθελοντική εργασία των δεκάδων ανθρώπων που, με αυταπάρνηση, εμπειρία και αμέτρητες εργατοώρες, καταφέρνουν κάθε χρόνο να παραδίδουν ένα άρτιο αποτέλεσμα. Η συμβολή τους είναι ανεκτίμητη και αποτελεί τη ραχοκοκαλιά της διοργάνωσης. Όμως, όσο σημαντικός κι αν είναι ο εθελοντισμός, από μόνος του έχει όρια.
Το μεγάλο στοίχημα της επόμενης μέρας απαιτεί υποδομές, θεσμική στήριξη, μακροπρόθεσμο σχεδιασμό και σοβαρές παρεμβάσεις. Απαιτεί λύσεις σε χρόνια προβλήματα της διοργάνωσης, τα οποία κάθε χρόνο επανέρχονται σχεδόν με τον ίδιο τρόπο. Ζητήματα όπως η πρόσβαση, η διαχείριση του μεγάλου όγκου επισκεπτών, οι χώροι στάθμευσης και οι οργανωμένες υποδομές φιλοξενίας δεν μπορούν πλέον να αντιμετωπίζονται αποσπασματικά ή με προσωρινές λύσεις της τελευταίας στιγμής.
Γιατί δεν είναι δυνατόν μια εκδήλωση που φέρνει χιλιάδες επισκέπτες στην περιοχή, δημιουργεί οικονομική κινητικότητα και προβάλλει τον τόπο σε πανελλαδικό επίπεδο, να έχει ακόμη επισκέπτες που δεν καταφέρνουν να φτάσουν στο σημείο ή να
αναγκάζονται να επιστρέψουν απογοητευμένοι. Όταν η επιτυχία μιας διοργάνωσης ξεπερνά τις δυνατότητες των υποδομών της, τότε δεν αποτελεί πρόβλημα της ίδιας της εκδήλωσης. Αποτελεί ευθύνη σχεδιασμού.
Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι το διαχρονικό αίτημα για βελτίωση και λειτουργική αξιοποίηση της οδού που συνδέει το Ρούπελ με τον Προμαχώνα. Μια παρέμβαση που δεν θα έδινε μόνο κυκλοφοριακή ανάσα τις ημέρες της αναβίωσης, αποσυμφορώντας τη μετακίνηση των επισκεπτών, αλλά θα μπορούσε να λειτουργήσει πολλαπλασιαστικά και αναπτυξιακά για ολόκληρη την περιοχή. Για τον Προμαχώνα, το Άγκιστρο και τη διασύνδεση ιστορικών, φυσιολατρικών και τουριστικών σημείων ενδιαφέροντος, δημιουργώντας στην πράξη έναν ευρύτερο προορισμό εμπειριών και όχι απλώς έναν χώρο εκδήλωσης λίγων ωρών.
Κυρίως όμως απαιτείται ένα συνολικό σχέδιο που θα βλέπει το Ρούπελ όχι μόνο ως μία ημέρα αναβίωσης, αλλά ως πυρήνα ενός ευρύτερου μοντέλου ιστορικού τουρισμού για όλη την περιοχή.
Γιατί όταν μια εκδήλωση καταφέρνει να συγκινεί χιλιάδες ανθρώπους, να ξεπερνά τις προσδοκίες και να δημιουργεί πραγματική κινητικότητα στην τοπική οικονομία, τότε δεν αρκεί να λες «πέτυχε». Οφείλεις να αναρωτηθείς: πώς το πηγαίνουμε στο επόμενο επίπεδο. Και για να το πάμε εκεί, απαιτείται σχεδιασμός, συντονισμός και συνεργασία. Κάτι που, ας είμαστε ειλικρινείς, έως σήμερα δεν υπάρχει.
Παρά τις κατά καιρούς δημόσιες εξαγγελίες, το Υπουργείο Εθνικής Άμυνας και η στρατιωτική υπηρεσία εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν με εμφανή επιφυλακτικότητα την ανάδειξη και αξιοποίηση αυτού του είδους τουρισμού. Την ίδια ώρα, σημαντικό τμήμα των οχυρώσεων του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου παραμένει εγκαταλελειμμένο, λεηλατείται, καταστρέφεται και απαξιώνεται, σαν να μην αποτελεί κομμάτι μιας σπουδαίας ιστορικής παρακαταθήκης που θα μπορούσε να λειτουργήσει ως μοχλός μνήμης, εκπαίδευσης αλλά και ανάπτυξης.
Η Περιφέρεια Κεντρικής Μακεδονίας έκανε ορισμένα βήματα τα τελευταία χρόνια, κυρίως μέσα από την αξιοποίηση του αποθέματος του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, αναγνωρίζοντας ότι η ιστορία μπορεί να μετατραπεί σε αναπτυξιακό εργαλείο. Ωστόσο, στο πεδίο της Μάχης των Οχυρών και της Γραμμής Μεταξά, η προσέγγιση παραμένει αποσπασματική και χωρίς έναν ενιαίο στρατηγικό σχεδιασμό.
Την ίδια στιγμή, ο Δήμος Σιντικής επιχειρεί να κινηθεί προς αυτή την κατεύθυνση. Ωστόσο, πρόκειται για μια προσέγγιση που σχεδιάστηκε χωρίς ουσιαστική διαβούλευση με ανθρώπους που ασχολούνται επί χρόνια με το αντικείμενο, χωρίς τη συμμετοχή επιστημόνων, τοπικών φορέων, συλλόγων, ανθρώπων της ιστορίας, του τουρισμού, της αγοράς και της κοινωνίας των πολιτών. Και κυρίως χωρίς έναν κοινά αποδεκτό, μακροπρόθεσμο σχεδιασμό που να υπερβαίνει πρόσωπα, θητείες και προσωπικές στρατηγικές.
Ακόμη και η τοπική Εκκλησία θα μπορούσε να αποτελέσει μέρος ενός τέτοιου σχεδιασμού, καθώς ο εκκλησιαστικός τουρισμός και ο τουρισμός μνήμης σε μεγάλο βαθμό απευθύνονται στο ίδιο κοινό: ανθρώπους που αναζητούν εμπειρίες με ιστορικό, συμβολικό και βιωματικό περιεχόμενο. Επισκέπτες μεγαλύτερων ηλικιών, οικογένειες, σχολεία, σύλλογοι, αλλά και ταξιδιώτες με ενδιαφέρον για την ιστορία, την παράδοση και την ταυτότητα ενός τόπου. Η σύνδεση αυτών των δύο μορφών τουρισμού θα μπορούσε να λειτουργήσει συμπληρωματικά, ενισχύοντας τη συνολική εμπειρία του επισκέπτη στην περιοχή.
Κι όμως, παρά τις αδυναμίες και τις παθογένειες, το Ρούπελ απέδειξε κάτι πολύ σημαντικό: Υπάρχει ενδιαφέρον. Υπάρχει κοινό. Υπάρχει συγκίνηση. Υπάρχει η δυνατότητα ένας τόπος που για δεκαετίες έμοιαζε ξεχασμένος να αποκτήσει ξανά λόγο ύπαρξης μέσα από την ιστορία του.
Το μεγάλο στοίχημα της επόμενης δεκαετίας δεν είναι αν θα πετύχει η επόμενη αναβίωση. Αυτό έχει ήδη απαντηθεί. Το ερώτημα είναι αν θα υπάρξει η βούληση να μετατραπεί αυτή η δυναμική σε έναν ολοκληρωμένο προορισμό ιστορικού τουρισμού και τουρισμού μνήμης, με επισκέψιμα οχυρά, θεματικές διαδρομές, σύγχρονες υποδομές και πραγματική συνεργασία όλων των εμπλεκόμενων φορέων.
Γιατί η ιστορία της Μάχης των Οχυρών δεν αξίζει να ζει μόνο για λίγες ώρες κάθε Μάιο. Αξίζει να γίνει μέρος της ταυτότητας, της εκπαίδευσης και της ανάπτυξης αυτού του τόπου. Όχι περιστασιακά, αλλά 365 ημέρες τον χρόνο.