Στο δεύτερο από τα τρία άρθρα του για την ελληνική κτηνοτροφία ο Αθανάσιος Μπαντής γράφει για την ανάγκη ενός νέου βιώσιμου παραγωγικού μοντέλου
Του Αθανασίου Μπαντή
Μπορούμε να έχουμε υγιή ζώα, σωστές εγκαταστάσεις και αποτελεσματική βιοασφάλεια. Αν όμως η κτηνοτροφική εκμετάλλευση δεν δημιουργεί επαρκές οικονομικό αποτέλεσμα, το παραγωγικό της μέλλον παραμένει αβέβαιο.
Αυτό είναι ίσως ένα από τα πιο υποτιμημένα προβλήματα της ελληνικής κτηνοτροφίας.
Στην Ελλάδα συχνά μετράμε την επιτυχία μιας πολιτικής με βάση το ύψος των ενισχύσεων που καταβλήθηκαν. Όμως η ενίσχυση δεν είναι το ίδιο πράγμα με το εισόδημα και η αποζημίωση δεν είναι το ίδιο πράγμα με την κερδοφορία.
Ο παραγωγός χρειάζεται να γνωρίζει αν η εκμετάλλευσή του, μετά το κόστος των ζωοτροφών, της ενέργειας, των υπηρεσιών, των κτηνιατρικών δαπανών, των αποσβέσεων και των λοιπών παραγωγικών εισροών, δημιουργεί επαρκή οικονομική αξία.
Γι’ αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία ο δείκτης Farm Net Value Added (FNVA), που χρησιμοποιεί η Ευρωπαϊκή Επιτροπή για την αποτίμηση της οικονομικής επίδοσης των γεωργικών εκμεταλλεύσεων.
Τι είναι όμως πραγματικά το FNVA;
Με απλά λόγια, το Farm Net Value Added (FNVA), δηλαδή η Καθαρή Προστιθέμενη Αξία της Γεωργικής Εκμετάλλευσης, δείχνει πόση οικονομική αξία δημιουργεί συνολικά μια εκμετάλλευση από την παραγωγική της δραστηριότητα, αφού ληφθούν υπόψη οι βασικές παραγωγικές δαπάνες και οι αποσβέσεις.
Δεν πρέπει όμως να το συγχέουμε με το ποσό που τελικά «βάζει στην τσέπη» ο κτηνοτρόφος.
Το FNVA χρησιμοποιείται για να αποτιμηθεί η αξία που είναι διαθέσιμη για την αμοιβή όλων των βασικών συντελεστών παραγωγής, δηλαδή της εργασίας, της γης και του κεφαλαίου, είτε αυτοί ανήκουν στην οικογένεια είτε προέρχονται από τρίτους.
Στον υπολογισμό του περιλαμβάνονται η παραγωγή της εκμετάλλευσης και οι σχετικές ενισχύσεις, ενώ αφαιρούνται οι ενδιάμεσες καταναλώσεις, οι φόροι της εκμετάλλευσης και οι αποσβέσεις. Οι φόροι εισοδήματος δεν περιλαμβάνονται στον συγκεκριμένο υπολογισμό.
Αυτό σημαίνει κάτι πολύ σημαντικό.
Το FNVA δεν είναι καθαρό οικογενειακό εισόδημα.
Είναι ένας δείκτης της οικονομικής αξίας που δημιουργεί η εκμετάλλευση και της δυνατότητάς της να αμείψει τους παραγωγικούς συντελεστές που χρησιμοποιεί.
Γι’ αυτό η Ευρωπαϊκή Επιτροπή χρησιμοποιεί έναν ακόμη πιο χρήσιμο δείκτη: το FNVA ανά ετήσια μονάδα εργασίας, δηλαδή το FNVA/AWU.
Τι σημαίνει FNVA/AWU;
Το AWU, Annual Work Unit, είναι η Ετήσια Μονάδα Εργασίας. Με απλά λόγια, αντιστοιχεί στην εργασία ενός ανθρώπου που απασχολείται σε πλήρη ετήσια βάση στην εκμετάλλευση.
Όταν λοιπόν υπολογίζουμε: FNVA/AWU = FNVA ÷ Ετήσιες Μονάδες Εργασίας βλέπουμε πόση οικονομική αξία δημιουργεί κατά μέσο όρο η εκμετάλλευση για κάθε μονάδα πλήρους ετήσιας εργασίας.
Αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό στην κτηνοτροφία.
Γιατί μια μεγάλη εκμετάλλευση μπορεί να έχει μεγαλύτερο συνολικό FNVA από μια μικρή, αλλά να απασχολεί ταυτόχρονα περισσότερους ανθρώπους. Το συνολικό ποσό από μόνο του, επομένως, δεν μας λέει πόσο αποδοτική είναι η εργασία που χρησιμοποιείται.
Το FNVA/AWU επιτρέπει καλύτερη σύγκριση μεταξύ εκμεταλλεύσεων διαφορετικού μεγέθους και διαφορετικής έντασης εργασίας. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή το χρησιμοποιεί ακριβώς για να λαμβάνει υπόψη τις διαφορές στην κλίμακα των εκμεταλλεύσεων και να έχει καλύτερη εικόνα της παραγωγικότητας της γεωργικής εργασίας.
Και εδώ τα στοιχεία γίνονται ιδιαίτερα ενδιαφέροντα.
Σύμφωνα με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, για το 2023 η μέση FNVA στην ΕΕ ήταν περίπου 49.600 ευρώ ανά εκμετάλλευση και 30.200 ευρώ ανά ετήσια μονάδα εργασίας.
Όμως η εικόνα αλλάζει σημαντικά ανάλογα με τον τύπο παραγωγής.
Στις εκμεταλλεύσεις χοίρων και πτηνών το FNVA έφθασε περίπου τα 210.000 ευρώ ανά εκμετάλλευση και 80.100 ευρώ ανά AWU.
Στις γαλακτοπαραγωγικές εκμεταλλεύσεις ήταν περίπου 77.000 ευρώ ανά εκμετάλλευση και 38.500 ευρώ ανά AWU.
Αντίθετα, στις βοοτροφικές εκμεταλλεύσεις ήταν περίπου 30.200 ευρώ ανά εκμετάλλευση και 22.300 ευρώ ανά AWU, ενώ στις εκμεταλλεύσεις αιγοπροβατοτροφίας περίπου 36.800 ευρώ ανά εκμετάλλευση και 23.800 ευρώ ανά AWU.
Αυτοί οι αριθμοί χρειάζονται προσοχή.
Δεν σημαίνουν ότι κάθε κτηνοτρόφος στην Ελλάδα έχει αυτό το εισόδημα.
Δεν αποτελούν ούτε ελληνικό μέσο όρο ούτε καθαρό οικογενειακό εισόδημα.
Είναι ευρωπαϊκά συγκριτικά στοιχεία και δείκτες οικονομικής επίδοσης.
Αλλά αποκαλύπτουν κάτι πολύ σημαντικό:
Η οικονομική απόδοση των διαφορετικών τύπων κτηνοτροφίας παρουσιάζει τεράστιες διαφορές.
Και αυτό δεν είναι απλώς ένας στατιστικός πίνακας.
Είναι η οικονομική πραγματικότητα πίσω από την παραγωγή.
Γι’ αυτό πρέπει να σταματήσει η εύκολη συζήτηση για «στήριξη του κτηνοτρόφου» και να αρχίσει η συζήτηση για το παραγωγικό αποτέλεσμα.
Ο κτηνοτρόφος δεν χρειάζεται μια οικονομία εκμετάλλευσης που επιβιώνει μόνο όταν προστίθεται μια ενίσχυση.
Χρειάζεται μια οικονομία εκμετάλλευσης που μπορεί να σταθεί.

Το πρώτο μεγάλο πρόβλημα είναι το κόστος των ζωοτροφών.
Η Ευρωπαϊκή Ένωση παραμένει σε μεγάλο βαθμό εξαρτημένη από εισαγόμενες πρώτες ύλες υψηλής περιεκτικότητας σε πρωτεΐνη. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αναφέρει ότι 74% των υψηλής πρωτεϊνικής περιεκτικότητας ζωοτροφών που χρησιμοποιούνται στην ΕΕ προέρχεται από εισαγωγές, ενώ μόλις περίπου 25% της πρωτεΐνης από ελαιούχους και πρωτεϊνούχους σπόρους προερχόταν από την ΕΕ το 2025. Το νέο Protein Action Plan θέτει ως στόχο να αυξηθεί το ευρωπαϊκό μερίδιο στο 35% έως το 2035.
Για την Ελλάδα αυτό μπορεί να γίνει στρατηγικό πλεονέκτημα.
Η σύνδεση φυτικής παραγωγής και κτηνοτροφίας, η καλλιέργεια κατάλληλων πρωτεϊνούχων φυτών, η καλύτερη αξιοποίηση των βοσκοτόπων και η ανάπτυξη τοπικών αλυσίδων ζωοτροφών μπορούν να μειώσουν την έκθεση του παραγωγού στις διεθνείς διακυμάνσεις και να κρατήσουν μεγαλύτερο μέρος της προστιθέμενης αξίας στην ελληνική οικονομία.
Όμως το κόστος δεν είναι μόνο οι ζωοτροφές.
Είναι η ενέργεια, το νερό, η εργασία, η συντήρηση, ο εξοπλισμός, οι μεταφορές, οι κτηνιατρικές υπηρεσίες και το κόστος συμμόρφωσης με ολοένα υψηλότερες απαιτήσεις.
Είναι επίσης η απόσταση από την αγορά.
Μια εκμετάλλευση σε μια απομακρυσμένη ορεινή περιοχή ή σε ένα νησί δεν έχει το ίδιο κόστος λειτουργίας με μια μονάδα που βρίσκεται δίπλα σε οργανωμένες υποδομές.
Η πρόσβαση σε σφαγεία είναι χαρακτηριστικό παράδειγμα.
Η ίδια η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αναγνωρίζει σημαντικές περιφερειακές ανισότητες στην κατανομή των σφαγειοτεχνικών υποδομών και συνδέει την πρόσβαση σε αυτές με την ανθεκτικότητα της εφοδιαστικής αλυσίδας και των κτηνοτροφικών περιοχών. Η νέα Στρατηγική για την Κτηνοτροφία προβλέπει μάλιστα ειδικό οδικό χάρτη για τη βελτίωση της πρόσβασης σε υποδομές σφαγής.
Άρα η κτηνοτροφική πολιτική δεν μπορεί να περιορίζεται στη μονάδα.
Πρέπει να εξετάζει ολόκληρη την αλυσίδα.
Από τη ζωοτροφή μέχρι το ζώο.
Από το ζώο μέχρι το σφαγείο.
Από το σφαγείο μέχρι τη μεταποίηση.
Και από τη μεταποίηση μέχρι την αγορά.
Το ίδιο ισχύει για την ευζωία.
Η ευζωία δεν πρέπει να γίνει ένα ακόμη κόστος που μετακυλίεται αποκλειστικά στον παραγωγό.
Πρέπει να ενσωματωθεί σε ένα παραγωγικό μοντέλο που δημιουργεί αξία και του δίνει τη δυνατότητα να χρηματοδοτήσει τις αναγκαίες επενδύσεις.
Γιατί ένας παραγωγός που δεν έχει οικονομική δυνατότητα να αναβαθμίσει τις εγκαταστάσεις του δεν μπορεί να ανταποκριθεί μακροπρόθεσμα σε ολοένα υψηλότερες απαιτήσεις.
Εδώ ακριβώς βρίσκεται η ουσία της νέας ευρωπαϊκής προσέγγισης.
Η βιωσιμότητα πρέπει να είναι οικονομική, περιβαλλοντική και κοινωνική ταυτόχρονα. Η νέα ευρωπαϊκή στρατηγική συνδέει ρητά την ανθεκτικότητα και την ανταγωνιστικότητα με την οικονομική βιωσιμότητα, τις επενδύσεις, την υγεία και την ευζωία των ζώων και τη διατήρηση της κτηνοτροφίας στις αγροτικές και απομακρυσμένες περιοχές.
Και υπάρχει ένα ακόμη πρόβλημα που δεν μπορούμε να αγνοήσουμε.
Το δημογραφικό.
Αν ένας νέος άνθρωπος βλέπει ότι η κτηνοτροφική ή γεωργική εκμετάλλευση απαιτεί τεράστια εργασία, υψηλό κεφάλαιο, μεγάλο επιχειρηματικό κίνδυνο και τελικά δεν εξασφαλίζει εισόδημα αντίστοιχο της προσπάθειας, τότε η έξοδος από τον κλάδο και από την ύπαιθρο γίνεται απολύτως λογική οικονομική επιλογή.
Και εδώ βρίσκεται ίσως η μεγαλύτερη παρεξήγηση της συζήτησης για το δημογραφικό της ελληνικής υπαίθρου.
Το δημογραφικό δεν λύνεται μόνο με επιδόματα για να αποκτήσει κάποιος παιδί, ούτε μόνο με προγράμματα για να εγκατασταθεί ένας νέος αγρότης.
Αν θέλουμε να υπάρχουν χωριά, πρέπει να υπάρχουν άνθρωποι.
Αν θέλουμε να υπάρχουν άνθρωποι, πρέπει να υπάρχουν δουλειές.
Και στην ελληνική ύπαιθρο ένα μεγάλο μέρος της παραγωγικής δραστηριότητας, άμεσα ή έμμεσα, συνδέεται με τη γεωργία, την κτηνοτροφία και ολόκληρη την αλυσίδα που δημιουργούν γύρω τους.
Αν ο γεωργός και ο κτηνοτρόφος δεν μπορούν να βγάλουν τα προς το ζην, θα φύγουν.
Θα αναζητήσουν εργασία στα αστικά κέντρα.
Οι οικογένειές τους θα ακολουθήσουν.
Τα παιδιά τους θα μεγαλώσουν μακριά από τον τόπο παραγωγής.
Τα σχολεία θα συρρικνωθούν.
Οι τοπικές επιχειρήσεις θα χάσουν πελατεία.
Οι υπηρεσίες θα υποβαθμιστούν.
Οι νέοι θα έχουν ακόμη λιγότερους λόγους να επιστρέψουν.
Και έτσι δημιουργείται ένας φαύλος κύκλος οικονομικής και δημογραφικής αποδυνάμωσης.
Λιγότεροι άνθρωποι σημαίνει μικρότερη τοπική αγορά.
Μικρότερη αγορά σημαίνει λιγότερες επιχειρήσεις και υπηρεσίες.
Λιγότερες υπηρεσίες σημαίνουν χαμηλότερη ποιότητα ζωής.
Και χαμηλότερη ποιότητα ζωής σημαίνει ακόμη μεγαλύτερη έξοδο του πληθυσμού.
Αυτός ο κύκλος δεν σταματά με ευχές.
Σταματά όταν υπάρχει παραγωγή, εισόδημα, επένδυση, υποδομή και πραγματική προοπτική.
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αναγνωρίζει πλέον ακριβώς αυτή τη σχέση: η έλλειψη υπηρεσιών και υποδομών στις αγροτικές περιοχές ενισχύει την αποχώρηση των νεότερων γενεών, ενώ η αγροτική ερήμωση αποδυναμώνει με τη σειρά της τις τοπικές οικονομίες και κάνει τη γεωργία λιγότερο βιώσιμη.
Γι’ αυτό, αν πραγματικά θέλουμε χωριά, ύπαιθρο και ισχυρή ελληνική περιφέρεια, πρέπει να στηρίξουμε τον πρωτογενή τομέα.
Όχι με αποσπασματικές ενισχύσεις.
Με έργα, πόρους και σχέδιο.
Με υποδομές. Με δρόμους και δίκτυα. Με νερό. Με ενέργεια. Με ψηφιακές υποδομές. Με κτηνιατρικές υπηρεσίες. Με σφαγεία και μεταποίηση. Με πρόσβαση στις αγορές. Με χρηματοδότηση. Με εκπαίδευση και τεχνογνωσία. Με πολιτική που επιτρέπει στον παραγωγό να επενδύσει και να δημιουργήσει πραγματικό εισόδημα.
Αν δεν γίνει αυτό, οι άνθρωποι που σήμερα κρατούν ζωντανή την παραγωγή θα συνεχίσουν να φεύγουν από τα χωριά και ο φαύλος κύκλος της γήρανσης και της ερήμωσης της υπαίθρου θα διευρύνεται.
Και τότε πρέπει να είμαστε ειλικρινείς: αν θέλουμε χωριά χωρίς κατοίκους, ύπαιθρο χωρίς παραγωγή και περιφέρεια χωρίς οικονομική δραστηριότητα, τότε πράγματι μπορούμε να συνεχίσουμε όπως σήμερα.
Αν όμως θέλουμε ζωντανά χωριά, ισχυρή περιφέρεια και ανθρώπους που θα επιλέγουν να ζήσουν και να εργαστούν στον τόπο τους, τότε ο πρωτογενής τομέας πρέπει να στηριχθεί ως παραγωγικός και οικονομικός πυλώνας της χώρας.
Αυτή είναι η ουσία.
Με έργα. Με πόρους. Με σχέδιο.
Και αυτό δεν είναι μόνο αγροτική πολιτική.
Είναι περιφερειακή πολιτική. Είναι οικονομική πολιτική. Είναι κοινωνική πολιτική. Είναι τελικά δημογραφική πολιτική.
Γιατί χωρίς οικονομικά βιώσιμη παραγωγή δεν υπάρχει βιώσιμη ύπαιθρος.
Και χωρίς βιώσιμη ύπαιθρο, δεν υπάρχει ισορροπημένη Ελλάδα.
Επομένως, η ανανέωση της κτηνοτροφίας δεν θα επιτευχθεί μόνο με ένα πρόγραμμα εγκατάστασης νέων αγροτών.
Ο νέος άνθρωπος πρέπει να βλέπει οικονομικό μέλλον.
Αν δεν βλέπει αυτό, κανένα πρόγραμμα δεν θα τον κρατήσει για πάντα στην παραγωγή.
Γι’ αυτό το πραγματικό ερώτημα δεν είναι αν η Ελλάδα επιδοτεί την κτηνοτροφία.
Το πραγματικό ερώτημα είναι αν δημιουργεί τις προϋποθέσεις ώστε η κτηνοτροφία να παράγει επαρκές και διατηρήσιμο εισόδημα, χωρίς να εξαρτάται μόνιμα από κρατικές ενισχύσεις για να επιβιώσει.
Και αυτό μας οδηγεί στο τρίτο και δυσκολότερο ερώτημα:
Αν γνωρίζουμε τα προβλήματα, τι ακριβώς πρέπει να αλλάξει;
Αυτό θα προσπαθήσω να απαντήσω στο 3ο άρθρο για την ελληνική κτηνοτροφία.
Αθανάσιος Μπαντής
Γεωπόνος / Σέρρες