Παρά την «κυριαρχία» των κινητών, των εφαρμογών και των ανέπαφων συναλλαγών, εξακολουθούν να προτιμούν το φυσικό χρήμα
Η σχέση του με το πλαστικό χρήμα ήταν σχεδόν «ερωτική». Τα ακουμπούσε με τις άκρες των δαχτύλων του, τα έσφιγγε στις χούφτες του, τα μύριζε πολλές φορές «ηδονικά».
Ήταν η δύναμή του σε κάποιες ώρες ανάγκης, ήταν το αποκούμπι του ύστερα από την πολύωρη και κοπιαστική δουλειά του, ήταν η λύση των προβλημάτων του. Πολλές φορές έκανα τη σκέψη: Πώς τάχα θα ήταν η ζωή μας χωρίς τα χρήματα; Πώς θα ήταν η εξέλιξη των ανθρώπων, εάν δεν υπήρχαν αυτά;
Δεν τα έβγαζε ποτέ στο πορτοφόλι. Ήθελε να νιώθει αυτήν την έντονη επαφή όλες τις ώρες. Να αισθάνεται το σκληρό «κορμί» τους εκεί, στην τσέπη του και ανά πάσα ώρα και στιγμή να μπορεί να τα …χαϊδέψει.
«Στο πορτοφόλι τα χρήματα γίνονται ξένα. Έχει μια διαδικασία μέχρι να τα ακουμπήσεις. Η σχέση γίνεται τυπική. Ενώ στην τσέπη είναι αλλιώς. Περπατάς και τα ακουμπάς. Παίρνουν τη μυρωδιά των ρούχων σου και γίνονται δικά σου. Τα βάζεις στη σειρά. Έξω-έξω στα πενηντάρικα και μέσα-μέσα τα μικρά, τα εύκολα, αυτά που χαλάς για τσιγάρα και καφέ. Άσε που τα κέρματα γίνονται συμπλήρωμα σε μικροσυναλλαγές, χτυπούν ευχάριστα στην τσέπη, μέχρι και που σπάζουν την ανία σου αρεκτές φορές, ώσπου να τα μετρήσεις.
Δυστυχώς, όλα αυτά μας τα έκλεψαν. Μας τα πήραν οι αθεόφοβοι. Άκου εκεί να πληρώνω με κάρτα! Άκου εκεί να μου στερήσουν τη χαρά της συναλλαγής, την αγωνία του λογαριασμού, το μέτρημα από τα ρέστα μου, την ικανοποίηση ότι διαφεντεύομαι και διαχειρίζομαι, όπως εγώ θέλω τα χρήματά μου, προσθέτοντας, αφαιρώντας, πολλαπλασιάζοντας και διαρώντας τον πλούτο της τσέπης μου».
Όλα αυτά, μου είπε προσφάτως ένα Σερραίος φίλος μου, που «τρομοκρατήθηκε» από την ιδέα του πλαστικού χρήματος. Του αντέτεινα ότι είναι ακριβώς το ίδιο, απλώς δεν θα ακουμπάς τα χρήματα. Του είπα, επίσης, ότι πάλι θα λογαριάζεις, πάλι θα μετράς, πάλι θα υπολογίζεις το υπόλοιπο του λογαριασμού σου αλλά δεν θα έχεις το φόβο να τα χάσεις, να σε κλέψουν, δεν θα μπορείς να ξεγελάσεις το κράτος και θα αποδίδεις το λογαριασμό στην οικονομία του τόπου σου. Δεν με πολυπίστεψε. Κούνησε μόνο το κεφάλι του απογοητευμένος. «Μας τα πήραν όλα!», είπε και έφυγε…