Ο Κρέων Κανακάρης και η Νάντη Χατζηγεωργίου μιλούν για τον δίσκο «Πότε Κλείνουν οι Στοές» που γεννήθηκε ανάμεσα σε Σέρρες και Αθήνα
Ο Σερραίος τραγουδοποιός Κρέων Κανακάρης και η Νάντη Χατζηγεωργίου συνυπογράφουν τον δίσκο «Πότε Κλείνουν οι Στοές» (2026), μια κατάθεση που ενώνει το λαϊκό βίωμα με την πειραματική διάθεση. Ο Κρέων, με θητεία στο «Παράλληλο Πάρτυ» και τη σύνθεση για το θέατρο, φέρνει μια υβριδική μουσική προσέγγιση, μπολιάζοντας τις ρεμπέτικες ρίζες με τρουβαδούρικες και ποπ αναφορές.
Η Νάντη, βραβευμένη ποιήτρια («ήδη προς εξαφάνιση») και εικονογράφος, υπογράφει τους στίχους και την ερμηνεία, μεταφέροντας στα τραγούδια μια ονειρική αστική γεωγραφία.
Μέσα από «ζουρ φιξ» πρόβες και συλλογική εργασία, το δίδυμο μετουσιώνει τσιφτετέλια και καρσιλαμάδες σε μια χειροποίητη ηχητική εμπειρία. Το αποτέλεσμα είναι ένας δίσκος που ξεκίνησε από την οικειότητα της παρέας για να αναζητήσει πλέον τον δικό του δρόμο στις στοές και τις σκηνές της πόλης.
Στη συνέντευξή τους στο jack for Lionnews, η Νάντη και ο Κρέων εξηγούν πώς μια παρέα φίλων έφτιαξε έναν ολόκληρο δίσκο ξεκινώντας από μερικά στιχάκια που «μύριζαν» λαϊκό τραγούδι. Η Νάντη ένιωσε την ανάγκη να επιστρέψει στο τραγούδι μέσα από δικές της ιστορίες, ενώ ο Κρέων, αν και ένιωθε αρχικά «άσχετος» με το λαϊκό, κατάφερε να μπλέξει τις ρεμπέτικες ρίζες με πιο σύγχρονα ακούσματα.
Το ενδιαφέρον είναι ότι η δουλειά αυτή κράτησε χρόνια, με ατελείωτες πρόβες και συζητήσεις σε διακοπές. Όπως λένε, οι φίλοι τους έγιναν οι ουσιαστικοί «παραγωγοί» σε μια συλλογική προσπάθεια. Για αυτούς, οι «Στοές» είναι τα περάσματα της πόλης αλλά και τα δικά τους ονειρικά ταξίδια, που τώρα πια ανυπομονούν να τα μοιραστούν ζωντανά με τον κόσμο πάνω στη σκηνή.
Ταυτόχρονα με το άλμπουμ που κυκλοφόρησαν από κοινού με την Νάντη, ο Σερραίος Κρέων Κανακάρης μας χαρίζει τους «Λίβελους, καντάδες, ζωγραφιές και συναξάρια». Έναν δίσκο που γεννήθηκε ανάμεσα σε Σέρρες και Αθήνα, συγκεντρώνοντας δέκα χρόνια ζωής σε δώδεκα «παντοδαπά» τραγούδια. Με την απλότητα ενός τρουβαδούρου που δεν βιάζεται, ο Κρέων σμίγει το παγκρατιώτικο ταγκό με βόρειες μελωδίες και παλιές ιστορίες. Είναι μια κυκλοφορία-σταθμός, όπου η παρέα και το μεράκι μετατρέπουν τις προσωπικές στιγμές σε μια μουσική εμπειρία γεμάτη συναίσθημα, αλήθεια και σερραϊκή ευγένεια.
Ακολουθεί ολόκληρη η συνέντευξη στο Jack for Lionnews
Νάντη, η αρχική σύλληψη και οι στίχοι είναι δικοί σου. Πώς γεννήθηκε η ανάγκη για αυτές τις «Στοές»; Και Κρέοντα, πώς ήταν η στιγμή που η Νάντη σου παρουσίασε αυτόν τον κόσμο και σου ζήτησε να τον ντύσεις μουσικά, ενώ εσύ δήλωνες –τότε– «βαθιά νυχτωμένος» από λαϊκά παιξίματα;
Ν: Κάποιοι από του στίχους που σημείωνα ολοφάνερα δεν έκαναν για ποιήματα. Λόγω ομοιοκαταληξίας και λόγω περιεχομένου παρέπεμπαν απευθείας σε λαϊκά τραγούδια. Έτσι γεννήθηκε η ιδέα για έναν «λαϊκό δίσκο», αρχικά ως ένα αστείο με τον φίλο μου και συγγραφέα Χρήστο Σιορίκη όταν διαβάζαμε ο ένας στον άλλον τα στιχάκια που είχαμε μαζέψει. Αυτό συνέπεσε με την αγάπη μου για το τραγούδι και την επιθυμία μου να επανέλθω σε αυτό, με τον μόνο τρόπο που μου έμοιαζε πραγματικά ενδιαφέρον, μέσα δηλαδή από τα δικά μου τραγούδια.
K: Νόμιζα ότι μου κάνει πλάκα. Όταν κατάλαβα ότι σοβαρολογεί, στράφηκα σε δύο μεριές για βοήθεια: στις ρεμπέτικες ρίζες (Μπάτης, Θεολογίτης) και στα ωραία μπερδέματα της δεκαετίας του 80 (Κολυμβητές, Ξυδάκη, Βασίλη Νικολαΐδη, αλλά και Σαββόπουλο κτλ). Αυτά, επειδή διαπνέονται από μια τρουβαδούρικη, ας πούμε, ευαισθησία, μου φαίνονται “πιο φιλικά στον χρήστη”. Το λαϊκό, αντίθετα, του ’50 – ’60, με την ορθοδοξία του, με γεμίζει δέος. Έτσι προτίμησα να μελετήσω και τις “ρίζες”, επειδή στην γέννηση τους τα πράγματα είναι πάντα πιο άτακτα και υβριδικά. Μετά, είναι και όλες οι αναφορές που μου έδωσαν μέσα στα χρόνια η Νάντη και ο Χρήστος. Πόνταρα στην παικτική μου ανεπάρκεια, ώστε να περάσουν όλα αυτά αγνώριστα στο τελικό αποτέλεσμα.
Περιγράφετε μια διαδικασία που κράτησε χρόνια, με ανταλλαγή ιδεών σε διακοπές και ανύποπτο χρόνο. Πώς λειτουργεί η δημιουργική χημεία ανάμεσα σε μια στιχουργό/ερμηνεύτρια που «ξέρει ακριβώς τι θέλει» και έναν συνθέτη που καλείται να γράψει «έξω από τα νερά του»;Υπήρξαν στιγμές που οι μελωδίες της Νάντης κόντραραν τις ενορχηστρώσεις του Κρέοντα ή το αντίστροφο;
Ν: Τα πρώτα τραγούδια του δίσκου γράφτηκαν με μιας. Σε κάποια είχα σφυρίξει ήδη στον Κρέοντα ένα μουσικό θέμα που με ενδιέφερε, σε άλλα εκείνος εμφανίστηκε με πραγματικά έτοιμο τραγούδι. Για εκείνα που μας παίδεψαν χρειάστηκαν κάποιες δοκιμές παραπάνω. Ο Κρέων κατάφερε να διαστείλει την τάση μου για «στρογγύλεμα» της μελωδίας προς πιο λαϊκά μουσικά θέματα, τολμώντας παράδοξες συνθέσεις, ενώ εγώ υπονόμευα την έμφυτη κλίση για μπαλάντα προτείνοντας εναλλαγές ρυθμού. Εγώ, βέβαια, δεν είμαι μουσικός και τόσο εκείνος όσο και οι έμπειροι μουσικοί μας έπρεπε να αποκρυπτογραφήσουν ό,τι είχα κατά νου. Αυτό έγινε.
Κ: Σε μερικές περιπτώσεις αλλάξαμε τα πάντα δύο και τρεις φορές για να δουλέψει. Είχα όντως μια τάση να τα γυρίζω όλα στο “τρουβαδούρικο”. Κι ενίοτε η Νάντη έβρισκε την λύση, είτε ως προς κάποιο συγκεκριμένο ύφος, είτε ως προς μια μελωδία. Και χτίζαμε εκεί πάνω. Στην τελική μορφή των τραγουδιών συνεισέφεραν σε σημαντικό βαθμό κι οι εξαιρετικοί μουσικοί που μας έκαναν την τιμή να συμμετάσχουν.
Ο δίσκος μιλά για περάσματα και κατώφλια που διατρέχουμε με τη φαντασία. Ποια είναι η δική σας αγαπημένη «στοά» στην καθημερινότητά σας και πώς καταφέρατε να μετατρέψετε την προσωπική σας γεωγραφία σε 9 λαϊκά τραγούδια που αφορούν όλους μας;
Ν: Η δική μου αγαπημένη στοά είναι το πέρασμα από τον ξύπνιο στον ύπνο και τούμπαλιν. Σ’ αυτό το κατώφλι έχουν γραφτεί κατά τη γνώμη μου τα πιο ονειρεμένα έργα. Κατά τ’ άλλα αγαπώ πολύ τις στοές τις Αθήνας, με τα σινεμά και τα καφέ τους, ακόμα και στην παρακμή τους, στην οποία γνώρισα τις περισσότερες από αυτές. Τέτοιες εικόνες, ονειρικές και αστικές προσπάθησα να φέρω μαζί.
Κ: Οι στοές έχουν φιλοξενήσει, μεταξύ άλλων, τους χασομέρηδες και τους περιπλανώμενους της πόλης, γι’ αυτό και τις σέβομαι. Με στεναχωρούν οι στοές που μαραζώνουν, αλλά περισσότερο αυτές που εξευγενίζονται. Οι στοές πειράζουν την γεωγραφία της πόλης. Δεν είναι για αυτούς που κόβουν δρόμο. Και τα τραγούδια αυτά νομίζω πως δεν τσιγκουνεύονται τον ποδαρόδρομο.
Ο δίσκος έχει τσιφτετέλια, καρσιλαμάδες, αλλά και μια αναφορά στους Beatles. Νάντη, ως η συνδετική κρίκος των ερμηνειών, και Κρέοντα, ως ενορχηστρωτής, πώς αποφασίσατε να μπολιάσετε τον κλασικό λαϊκό ήχο με τόσο ετερόκλητα στοιχεία χωρίς να χαθεί η συνοχή του αποτελέσματος;
Ν: Νομίζω πως οι στίχοι αποτελούν από μόνοι τους το συνεκτικό συστατικό του δίσκου μας. Με αυτό το δεδομένο εμπιστεύτηκα το να συμπεριλάβουμε κομμάτια που θα τα λέγαμε λαϊκά κατά μια λοξή και ευρεία έννοια, κυρίως λόγω της απλότητάς τους. Ακόμη κι αν αρχικά είχα στο νου μου μια δουλειά σε πιο καθαρά λαϊκούς μουσικούς δρόμους, σύντομα κατάλαβα πως δεν μου αρκούσε μόνο αυτό για ό,τι είχα να πω. Γι’ αυτό και επέλεξα για την μουσική έναν άνθρωπο που συλλέγει από πολλούς κήπους για να φτιάχνει τραγούδια.
Κ: Τα ετερογενή στοιχεία εισβάλλουν απρόσκλητα κατά την διάρκεια της δημιουργικής διαδικασίας έτσι κι αλλιώς. Αν αυτά τα στοιχεία δεν χρησιμοποιηθούν ως μπαλώματα, αλλά ως οργανικά μέρη της σύνθεσης, έχει καλώς. Ή κατακεί καταλαβαίνω πως δείχνουν οι δάσκαλοι κι οι δασκάλες της “υβριδικότητας” που ανέφερα παραπάνω. Να πω κι αυτό: όσο μεγάλωνα στα Σέρρας, τ’ αυτιά μου ήταν γεμάτα με τσιφτετέλια και ζεϊμπέκικα, άντε και μακεδονικές/θρακιώτικες πολυρυθμίες πού και πού. Στην τρίτη δημοτικού, μια δασκάλα μας έβαλε ν’ ακούσουμε το “Yellow Submarine”. Ενθουσιάστηκα αλλά και λυπήθηκα ταυτόχρονα, γιατί σκέφτηκα πως είναι ένα πολύ σπάνιο τραγούδι που δεν θα έχω ποτέ ξανά την ευκαιρία να ακούσω. Έτσι προκύπτουν ίσως τα διάφορα παράξενα γειτονέματα στην παιδική φαντασία. Τέλος πάντων, οποίος βρει την αναφορά στους Μπητλς, κερνάω υποβρύχιο.
Λέτε πως «όλοι οι φίλοι υπήρξαν παραγωγοί». Πόσο σημαντικό είναι για εσάς το γεγονός ότι αυτός ο δίσκος δεν είναι απλώς μια επαγγελματική δουλειά, αλλά το αποτέλεσμα μιας συλλογικής προσπάθειας με πρόβες-ιεροτελεστία (τα περίφημα ζουρ φιξ); Πιστεύετε ότι αυτή η συντροφικότητα «ακούγεται» τελικά στο τελικό ηχητικό αποτέλεσμα;
Ν: Πέρα από το κόστος παραγωγής -που στο μεγαλύτερο μέρος του καλύφθηκε από την ευγενική συμβολή των φίλων, πράγμα που τους καθιστά αντικειμενικά «παραγωγούς», όλοι οι συντελεστές υπήρξαν δημιουργοί, με την έννοια ότι κλήθηκαν να απαντήσουν στα δημιουργικά ερωτήματα, να προτείνουν και να αυτοσχεδιάσουν. Το χειροποίητο και προσωπικό στοιχείο χαρακτηρίζουν τόσο τη διαδικασία και τον τρόπο που δουλέψαμε όσο και το ίδιο το αποτέλεσμα σε ό,τι αφορά τον ήχο, τα δύο βίντεο κλιπ μας και τα εικαστικά στο εξώφυλλο του βινυλίου.
Κ: Δέκα (και βάλε) μυαλά είν’ καλύτερα από δύο. Η συλλογική ευφυΐα βαθαίνει τα πράγματα, η δουλειά δηλαδή, φανερή και αφανής, των μουσικών, των ηχοληπτων, των φίλων μας, σπρώχνει καμιά φορά το τελικό αποτέλεσμα πέρα από την ατομική έκφραση.
Με δύο κυκλοφορίες μέσα σε δύο μήνες, φαίνεται πως διανύετε μια πολύ παραγωγική περίοδο. Πώς νιώθετε που μοιράζεστε τώρα με τον κόσμο τραγούδια που, όπως λέτε, «έχουν διαγράψει ήδη μια πορεία εντός των παρεών σας»; Είναι η κυκλοφορία του δίσκου ένας τρόπος να «κλείσουν» οι δικές σας στοές και να ανοίξουν καινούργιοι δρόμοι;
N: Κάθε ολοκλήρωση συνεπάγεται μια ικανοποίηση και μαζί μελαγχολία. Η δημιουργία ενός δίσκου που καταφέρνει να συμπεριλάβει την αγάπη μου για τους στίχους, για το τραγούδι, αλλά και για τα εικαστικά ήταν ένα γενναίο όνειρο, που η πραγμάτωσή του με γέμισε δύναμη. Τα τραγούδια υπάρχουν ήδη και μας καλούν να βγούμε από το εργαστήρι, όπου ζούμε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής και της δημιουργίας μας, και να ανεβούμε στη σκηνή να τα παρουσιάσουμε.
Κ: Κι εγώ ανυπομονώ να παρουσιάσουμε αυτήν την δουλειά ζωντανά. Όπως και την προσωπική μου, που αναφέρετε (“Λίβελοι, καντάδες, ζωγραφιές και συναξάρια”, Δισκοι Δισκέξ, 2026). Πιστεύω ότι αυτό θα θεραπεύσει και την αμηχανία μου, που συνοψίζεται στο : “Μα καλά, αυτή είναι η τελευταία μεταμόρφωση, η τελική εκδοχή των τραγουδιών που δουλεύαμε τόσο καιρό”; Ελπίζω να ακουστούν. Κάνω και την ματαιόδοξη ευχή ν’ αποτελέσουν, όσο γίνεται, αφορμή να γράψουν κι άλλοι άνθρωποι τραγούδια.


