Λιμανάκι Κερκίνης: Ανάμεσα στην αυθαιρεσία και την υποκρισία

Πώς ένας από τους σημαντικότερους φυσιολατρικούς προορισμούς της χώρας οδηγήθηκε στο σημερινό αδιέξοδο - Ποιος ο ρόλος της Τ.A. ;

Πώς ένας από τους σημαντικότερους φυσιολατρικούς προορισμούς της χώρας οδηγήθηκε στο σημερινό αδιέξοδο – Ποιος ο ρόλος της Τ.A. ;

Η ιστορία με το λιμανάκι της Κερκίνης δεν είναι μια τυχαία εξέλιξη. Είναι το αποτέλεσμα μιας νοοτροπίας που καλλιεργήθηκε για χρόνια, τόσο στην Τ.Α. όσο και μέσα στην ίδια την τοπική κοινωνία. Από τη μια πλευρά η κλασική πρακτική των Δήμων να αφήνουν ζητήματα να χρονίζουν χωρίς σοβαρό σχεδιασμό και θεσμική διευθέτηση. Από την άλλη, η γνωστή μικροτοπική λογική που συχνά επικρατεί μεταξύ επαγγελματιών: «Να ψοφήσει η κατσίκα του γείτονα».

Κάπως έτσι φτάσαμε στο σημείο ένας από τους σημαντικότερους τουριστικούς πόλους της περιοχής,  ένα σημείο που φέρνει επισκέπτες από όλη την Ελλάδα και αποτελεί ένα από τα ισχυρότερα brand της χώρας στον φυσιολατρικό τουρισμό, να παραμένει ουσιαστικά αναξιοποίητος και σήμερα να βρίσκεται σε θεσμικό αδιέξοδο.

Από τη σύσκεψη, που πραγματοποιήθηκε την περασμένη Πέμπτη στο Δημαρχείο Σιντικής προέκυψε με απόλυτη σαφήνεια το καθεστώς που ισχύει. Το λεγόμενο «λιμανάκι» αποτελεί ιδιοκτησία της Κτηματικής Υπηρεσίας του Δημοσίου και το σημείο είναι χαρακτηρισμένο ως αιγιαλός και όχι ως λιμάνι. Αυτό σημαίνει ότι υπάγεται στη νομοθεσία περί αιγιαλού, όπως ακριβώς συμβαίνει σε μια παραλία σε τουριστικό νησί, για παράδειγμα στη Σαντορίνη. Με απλά λόγια επιτρέπονται μόνο πολύ περιορισμένες δραστηριότητες, όπως ξαπλώστρες και ομπρέλες, ενώ ακόμη και οι καντίνες τελικά απαγορεύτηκαν προκειμένου να υπάρξει συμμόρφωση με το καθεστώς προστασίας του δικτύου Natura.

Στον χώρο υπήρχαν κατασκευές, που είχαν δημιουργηθεί την περίοδο της κοινότητας Κερκίνης και αργότερα επί Δήμου Κερκίνης. Οι κατασκευές αυτές τελικά κατεδαφίστηκαν, παρότι το 2024 είχε δοθεί στον δήμο Σιντικής -ως διάδοχο της κοινότητας και του πρώην δήμου- η δυνατότητα να προχωρήσει στη νομιμοποίησή τους. Ο δήμος είχε σχεδόν πέντε μήνες στη διάθεσή του για να κινηθεί προς αυτή την κατεύθυνση, αλλά δεν το έπραξε.

Σήμερα η δημοτική αρχή Σιντικής επικαλείται την «έλλειψη στατικής επάρκειας» των κατασκευών για να δικαιολογήσει την επιλογή της να μην προχωρήσει στη νομιμοποίησή τους. Είναι όμως δύσκολο να μην θυμηθεί κανείς ότι μόλις στις αρχές του 2024 η ίδια διοίκηση πανηγύριζε στα κοινωνικά δίκτυα για τις «ήπιες» παρεμβάσεις που πραγματοποιούσε στο λιμανάκι της Κερκίνης. Παρεμβάσεις που τελικά κρίθηκαν και αυτές αυθαίρετες, όπως για παράδειγμα η μετατροπή ενός οικίσκου σε… κιόσκι, με την αφαίρεση των ξύλινων τοίχων του.  Η αντίφαση είναι προφανής. Εκείνη την εποχή οι παρεμβάσεις παρουσιάζονταν ως αισθητική αναβάθμιση ενός χώρου που, σύμφωνα με τις ίδιες αναρτήσεις, αποτελούσε «στολίδι» για την περιοχή. Σήμερα οι ίδιες κατασκευές εμφανίζονται ως προβληματικές και επικίνδυνες, χωρίς την απαραίτητη στατική επάρκεια.

Κάπου ανάμεσα στις φωτογραφίες των κοινωνικών δικτύων και την επίκληση της νομιμότητας χάθηκε η ουσία. Και η ουσία είναι ότι το πρόβλημα δεν λύθηκε ποτέ. Απλώς μετατέθηκε για λίγο αργότερα, μέχρι τη στιγμή που η πραγματικότητα –και η εφαρμογή της νομοθεσίας– το έφερε ξανά στην επιφάνεια

Σήμερα, βέβαια, η δημοτική αρχή Σιντικής, εμφανίζεται ως τιμητής της νομιμότητας. Μιας  νομιμότητας, που βέβαια παρέβλεπε όσο αυτό την βόλευε.

Σήμερα το λιμανάκι της Κερκίνης βρίσκεται στην πρώτη ζώνη προστασίας του περιβάλλοντος (Ζώνη Α), όπου απαγορεύεται αυστηρά κάθε δραστηριότητα. Το καθεστώς αυτό λειτουργεί αντικειμενικά ως τροχοπέδη για οποιαδήποτε μορφή οργανωμένης αξιοποίησης του χώρου, ακόμη και όταν πρόκειται για δραστηριότητες χαμηλής όχλησης που θα μπορούσαν να συνυπάρξουν με το φυσικό περιβάλλον.

Υπάρχει, ωστόσο, μια εξέλιξη που αφήνει ένα παράθυρο αισιοδοξίας. Αυτή την περίοδο βρίσκεται σε εξέλιξη νέα περιβαλλοντική μελέτη από τον ΟΦΥΠΕΚΑ, η οποία αναμένεται να επανακαθορίσει τις ζώνες προστασίας στην περιοχή της λίμνης Κερκίνης. Στο πλαίσιο αυτής της διαδικασίας, το λιμανάκι της Κερκίνης εντάσσεται  σε ζώνη «Οικοανάπτυξης», με αντίστοιχη με εκείνη που ισχύει ήδη στο λιμανάκι του Λιθοτόπου.

Η αλλαγή αυτή θα επιτρέψει νόμιμα την ανάπτυξη ήπιων δραστηριοτήτων, συμβατών με το ευαίσθητο οικοσύστημα της λίμνης και το καθεστώς προστασίας της περιοχής. Παράλληλα μπορεί να αποτελέσει την αφετηρία για μια πιο ισορροπημένη προσέγγιση, όπου η προστασία του περιβάλλοντος θα λειτουργεί ως πλαίσιο κανόνων και όχι ως απόλυτος απαγορευτικός φραγμός για τον φυσιολατρικό τουρισμό.

Για να είμαστε δίκαιο, για το σημερινό τέλμα ευθύνες έχουν διαχρονικά όλες οι διοικήσεις του «καλλικρατικού» δήμου Σιντικής,  μια και καμία ουσιαστικά  δεν ασχολήθηκε σοβαρά και έγκαιρα με το θέμα. Όσο υπήρχε ανοχή από τις δημόσιες αρχές, την Κτηματική Υπηρεσία και τον ΟΦΥΠΕΚΑ, το ζήτημα παρέμενε σε μια άτυπη ισορροπία. Όταν όμως άρχισαν οι καταγγελίες μεταξύ των ίδιων των επαγγελματιών της περιοχής -ο ένας εναντίον του άλλου- τότε οι υπηρεσίες έκαναν αυτό που όφειλαν. Ενημέρωσαν, έδωσαν προθεσμίες και στο τέλος εφάρμοσαν τη νομοθεσία.

Τώρα, όμως, βρισκόμαστε στο σημείο μηδέν. Και από εδώ και πέρα απαιτείται κάτι πολύ πιο σοβαρό από επικοινωνιακές κινήσεις. Απαιτείται μια πραγματική πανστρατιά. Άπαντες οι βουλευτές του νομού, η Περιφερειακή Ενότητα Σερρών και οι δήμοι Σιντικής και Ηράκλειας, αφορά και το λιμανάκι Λιθοτόπου, οφείλουν να απευθυνθούν στην κεντρική διοίκηση και να διεκδικήσουν αλλαγή της νομοθεσίας.

Γιατί το ζήτημα δεν αφορά μόνο τη λίμνη Κερκίνη. Αφορά όλες τις λίμνες της χώρας. Η ελληνική νομοθεσία αντιμετωπίζει τις παραλίμνιες περιοχές με το ίδιο καθεστώς που ισχύει για τις παραθαλάσσιες. Πρόκειται για μια στρέβλωση που δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα των λιμναίων οικοσυστημάτων και των τοπικών κοινωνιών.

Μια σύγχρονη ρύθμιση θα πρέπει να διαχωρίζει ξεκάθαρα τις παραλίμνιες από τις παραθαλάσσιες περιοχές, επιτρέποντας συγκεκριμένες ήπιες δραστηριότητες που δεν θα επιβαρύνουν το περιβάλλον. Αν μια τέτοια ρύθμιση συνδυαστεί με την ένταξη του λιμενίσκου σε ζώνη οικοανάπτυξης από το Υπουργείο Περιβάλλοντος, τότε η εικόνα μπορεί να αλλάξει ουσιαστικά.

Για να συμβεί όμως αυτό, πρέπει να αλλάξει και κάτι ακόμη. Η νοοτροπία. Όχι μόνο των αρχών, αλλά και των ίδιων των επαγγελματιών της περιοχής. Γιατί σήμερα ο τόπος πληρώνει και τις δικές τους ενέργειες. Και όταν ένας τόπος αρχίζει να αυτοϋπονομεύεται, τότε το πρόβλημα δεν είναι μόνο διοικητικό. Είναι βαθιά κοινωνικό.

Ακολούθησε το LionNews.gr στο Google News για όλες τις τελευταίες ειδήσεις

Τελευταία Νέα

Σχετικές Ειδήσεις

Generic selectors
Exact matches only
Search in title
Search in content
Post Type Selectors