Κειμήλια Τιμίου Προδρόμου και Εικοσιφοινίσσης: Aνήκουν στους τόπους που τα γέννησαν

Η διεκδίκηση της επιστροφής των κλαπέντων κειμηλίων παραμένει ανοικτή, με την Εκκλησία των Σερρών να επαναφέρει το ζήτημα και το βλέμμα να στρέφεται πλέον στη Σόφια

Η διεκδίκηση της επιστροφής των κλαπέντων κειμηλίων παραμένει ανοικτή, με την Εκκλησία των Σερρών να επαναφέρει το ζήτημα και το βλέμμα να στρέφεται πλέον στη Σόφια

Με κάθε ευκαιρία η Ιερά Μητρόπολη Σερρών και Νιγρίτης αναδεικνύει και επαναφέρει στη δημόσια συζήτηση το ζήτημα των πολύτιμων ιερών κειμηλίων που αφαιρέθηκαν από βουλγαρικές δυνάμεις κατοχής κατά τις περιόδους 1913, 1917 και 1942, τόσο από την Ιερά Μονή Τιμίου Προδρόμου Σερρών όσο και από την Ιερά Μονή Εικοσιφοινίσσης στο Παγγαίο. Πρόκειται για μια υπόθεση με βαθύ ιστορικό, εκκλησιαστικό και εθνικό συμβολισμό, η οποία εξακολουθεί να απασχολεί την τοπική Εκκλησία και την κοινωνία των Σερρών.

Πρόσφατα, ο Μητροπολίτης Σερρών και Νιγρίτης Θεολόγος έθεσε το θέμα στον Πρωθυπουργό Κυριάκο Μητσοτάκη, σε κατ’ ιδίαν συνάντηση στην Αθήνα, ζητώντας τη συνδρομή της Πολιτείας στις προσπάθειες για την επιστροφή των κλαπέντων κειμηλίων. Ένα ζήτημα που εξακολουθεί να αποτελεί μια ανοιχτή πληγή της ιστορικής μνήμης και μια διαρκή σκιά στις ελληνοβουλγαρικές σχέσεις, όσο κι αν η Σόφια επιλέγει να το αντιμετωπίζει ως λήξαν.

Τα κειμήλια της Σερραϊκής Εκκλησίας στο επίκεντρο της συνάντησης Θεολόγου-Μητσοτάκη

Παράλληλα, τον περασμένο Μάιο πραγματοποιήθηκε στις Σέρρες ειδική εκδήλωση αφιερωμένη στο ζήτημα των λεηλατημένων κειμηλίων. Κεντρικός ομιλητής ήταν ο τέως Πρόεδρος της Δημοκρατίας Προκόπης Παυλόπουλος, Ακαδημαϊκός και Καθηγητής της Νομικής Σχολής του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών, ο οποίος ανέλυσε τόσο το ιστορικό υπόβαθρο όσο και τις νομικές διαστάσεις της υπόθεσης, υπογραμμίζοντας τις δυνατότητες που παρέχει το διεθνές δίκαιο για τη διεκδίκηση και επιστροφή πολιτιστικών και εκκλησιαστικών θησαυρών που αφαιρέθηκαν βίαια κατά τη διάρκεια πολεμικών συγκρούσεων και κατοχών.

Πρ.Παυλόπουλος από τις Σέρρες: «Πολιτισμική τυμβωρυχία» τα κλαπέντα Ιερά Κειμήλια (φωτό+vid)

Το ζήτημα αφορά δεκάδες χειρόγραφα, εικόνες, ιερά σκεύη και ιστορικά έγγραφα που αφαιρέθηκαν από βουλγαρικές στρατιωτικές δυνάμεις κατά τους Βαλκανικούς Πολέμους και κυρίως κατά τη βουλγαρική κατοχή της Ανατολικής Μακεδονίας την περίοδο 1916–1918. Μεταξύ των σημαντικότερων απωλειών συγκαταλέγονται τα κειμήλια της Ιεράς Μονής Τιμίου Προδρόμου Σερρών και της Ιεράς Μονής Εικοσιφοινίσσης στο Παγγαίο. Μετά τον Α΄ Π.Π., μέρος των κειμηλίων επεστράφη στην Ελλάδα, ωστόσο σημαντικός αριθμός τους παρέμεινε σε βουλγαρικά μουσεία, βιβλιοθήκες και εκκλησιαστικές συλλογές.

Η ελληνική πλευρά υποστηρίζει ότι τα κειμήλια αφαιρέθηκαν παράνομα ως πολεμικά λάφυρα και επικαλείται τις προβλέψεις της Συνθήκης του Νεϊγύ του 1919, ζητώντας την πλήρη επιστροφή τους στους φυσικούς και νόμιμους κατόχους τους, δηλαδή στις μονές και στην Εκκλησία της Ελλάδος.

Από την άλλη πλευρά, η Βουλγαρία δεν έχει αποδεχθεί μέχρι σήμερα την υποχρέωση συνολικού επαναπατρισμού των κειμηλίων. Η επίσημη θέση της είναι ότι το θέμα παρουσιάζει ιστορικές και νομικές ιδιαιτερότητες, ενώ μέρος των αντικειμένων θεωρείται ότι έχει ενταχθεί εδώ και δεκαετίες σε δημόσιες επιστημονικές και πολιτιστικές συλλογές της χώρας, οι οποίες προστατεύονται από τη βουλγαρική νομοθεσία. Για τον λόγο αυτό δεν έχει επιτευχθεί μέχρι σήμερα οριστική συμφωνία μεταξύ των δύο χωρών για την επιστροφή του συνόλου των κειμηλίων.

Πριν από την ένταξη της Βουλγαρίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση υπήρξαν φορείς και προσωπικότητες που ζητούσαν από την ελληνική κυβέρνηση να συνδέσει την ευρωπαϊκή πορεία της γειτονικής χώρας με την επιστροφή των κλεμμένων κειμηλίων. Ωστόσο, η θέση αυτή δεν υιοθετήθηκε επισήμως από την Αθήνα και η ένταξη της Βουλγαρίας προχώρησε χωρίς να τεθεί σχετικός όρος.

Κατά καιρούς έχουν υπάρξει πληροφορίες και δημοσιεύματα περί παρασκηνιακών διαβουλεύσεων μεταξύ Αθήνας και Σόφιας, που συνέδεαν την επιστροφή των κλαπέντων εκκλησιαστικών κειμηλίων με το ζήτημα των οστών του τσάρου Σαμουήλ, τα οποία ανακαλύφθηκαν το 1969 από τον καθηγητή Νικόλαο Μουτσόπουλο στη βασιλική του Αγίου Αχιλλείου στις Πρέσπες και σήμερα φυλάσσονται στη Θεσσαλονίκη. Σύμφωνα με σχετικά δημοσιεύματα, η βουλγαρική πλευρά επιθυμούσε διαχρονικά τον επαναπατρισμό των λειψάνων του Σαμουήλ, τον οποίο θεωρεί κορυφαία μορφή της μεσαιωνικής βουλγαρικής ιστορίας, ενώ η ελληνική πλευρά συνέδεε το θέμα με την επιστροφή σημαντικών εκκλησιαστικών θησαυρών και χειρογράφων που αφαιρέθηκαν από μονές της Μακεδονίας κατά τους πολέμους και τις περιόδους κατοχής. Παρά τις επαφές που φέρεται να υπήρξαν επί δεκαετίες, δεν προέκυψε ποτέ επίσημη συμφωνία ανταλλαγής μεταξύ των δύο χωρών.

Περισσότερο από έναν αιώνα μετά τα γεγονότα που οδήγησαν στην απομάκρυνση των κειμηλίων από τις μονές της Μακεδονίας, το ζήτημα βρίσκεται στα χέρια της βουλγαρικής πλευράς.  Σήμερα Ελλάδα και η Βουλγαρία δεν είναι οι χώρες που βρέθηκαν αντιμέτωπες στους πολέμους του περασμένου αιώνα. Είναι δύο κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, σύμμαχοι στο ΝΑΤΟ, εταίροι στη Ζώνη Σένγκεν και συνεργάτες σε πλήθος διασυνοριακών πρωτοβουλιών που φέρνουν καθημερινά πιο κοντά τους δύο λαούς.

Μέσα σε αυτό το νέο περιβάλλον, η επιστροφή των κειμηλίων δεν θα πρέπει να αντιμετωπίζεται ως παραχώρηση, ούτε ως διπλωματική ήττα για κανέναν. Αντίθετα, θα μπορούσε να αποτελέσει μια ιστορική πράξη καλής θέλησης και αμοιβαίου σεβασμού, αποδεικνύοντας ότι οι σύγχρονες ευρωπαϊκές κοινωνίες έχουν τη δύναμη να αντιμετωπίζουν με ειλικρίνεια τις εκκρεμότητες του παρελθόντος. Άλλωστε, τα κειμήλια αυτά δεν συνδέονται με εδαφικές διεκδικήσεις ή πολιτικές αντιπαραθέσεις, αλλά με την προστασία της πολιτιστικής και θρησκευτικής κληρονομιάς.

Η επιστροφή τους θα αποτελούσε μια κίνηση υψηλού συμβολισμού, η οποία θα γινόταν δεκτή με σεβασμό και εκτίμηση από την ελληνική πλευρά και ιδιαίτερα από τους ανθρώπους της Μακεδονίας, που διατηρούν ζωντανή τη μνήμη των γεγονότων εκείνης της περιόδου. Ταυτόχρονα, θα έστελνε ένα ισχυρό μήνυμα προς ολόκληρη την Ευρώπη ότι η συνεργασία και η φιλία μεταξύ των λαών δεν στηρίζονται στην αποσιώπηση της ιστορίας, αλλά στην αναγνώριση και την αποκατάσταση των ιστορικών αδικιών όπου αυτό είναι εφικτό.

Ίσως, λοιπόν, η καλύτερη στιγμή για να κλείσει αυτή η εκκρεμότητα να είναι ακριβώς η σημερινή. Σε μια εποχή όπου Έλληνες και Βούλγαροι διασχίζουν καθημερινά τα ίδια σύνορα χωρίς ελέγχους, συνεργάζονται επιχειρηματικά, τουριστικά και πολιτιστικά και οικοδομούν ένα κοινό ευρωπαϊκό μέλλον, η επιστροφή των κειμηλίων θα μπορούσε να αποτελέσει μια πράξη που θα τιμούσε όχι μόνο το παρελθόν, αλλά και το μέλλον των σχέσεων των δύο χωρών. Εξάλλου, τα κειμήλια δεν ανήκουν στους πολέμους που τα μετέφεραν. Ανήκουν στους τόπους που τα γέννησαν.

 

Ακολούθησε το LionNews.gr στο Google News για όλες τις τελευταίες ειδήσεις

Τελευταία Νέα

Σχετικές Ειδήσεις

Generic selectors
Exact matches only
Search in title
Search in content
Post Type Selectors