Η ανάδειξη των φυσικών ομορφιών του χωριού απο τον πολιτιστικό σύλλογο και ομάδες εθελοντών πρώτη προτεραιότητα
Το Καπνόφυτο είναι ένα ημιορεινό χωριό του νομού Σερρών, χτισμένο σε υψόμετρο 440 μέτρων. Η παλιά ονομασία του χωριού ήταν Τσερβίτσα. Στην απογραφή του Απριλίου του 1923 καταγράφηκαν 103 πρόσφυγες (50 άνδρες και 53 γυναίκες), οι οποίοι εγκαταστάθηκαν εδώ στο πλαίσιο της ανταλλαγής των πληθυσμών.
Η μεγαλύτερη πληθυσμιακή επίδοση του χωριού καταγράφηκε το 1961, όταν αριθμούσε 726 κατοίκους. Έκτοτε άρχισε η σταδιακή εγκατάλειψή του. Δέκα χρόνια αργότερα, σύμφωνα με την απογραφή του 1971, ο πληθυσμός είχε μειωθεί σχεδόν στο μισό, φτάνοντας τους 378 κατοίκους. Πολλοί εγκαταστάθηκαν στο Σιδηρόκαστρο, ενώ άλλοι αναζήτησαν καλύτερες συνθήκες ζωής στη Γερμανία.
Το πληθυσμιακό μωσαϊκό του χωριού αποτελείται κυρίως από Βλάχους και Ποντίους. Το Καπνόφυτο αποτέλεσε αυτόνομη κοινότητα από το 1930 έως το 1998, όταν με την εφαρμογή του σχεδίου «Καποδίστριας» εντάχθηκε στον Δήμο Αχλαδοχωρίου.
Εδώ και αρκετά χρόνια στο χωριό δεν λειτουργεί καμία σχολική μονάδα. Τα παιδιά που φοιτούν σε νηπιαγωγείο και δημοτικό εξυπηρετούνται από το Αχλαδοχώρι, ενώ οι μαθητές γυμνασίου και λυκείου μετακινούνται στο Σιδηρόκαστρο.
Δράση απο τον Πολιτιστικό σύλλογο

Ιδιαίτερα δραστήριος παραμένει ο Πολιτιστικός Σύλλογος του χωριού. Κορυφαία εκδήλωσή του είναι ο καθιερωμένος χορός που πραγματοποιείται κάθε Δεκαπενταύγουστο στην πλατεία του χωριού.
Σήμερα στο Καπνόφυτο κατοικούν περίπου 92 μόνιμοι κάτοικοι. Τους θερινούς μήνες, όμως, ο πληθυσμός αυξάνεται και φτάνει τα 300 έως 400 άτομα. Η επιστροφή ετεροδημοτών, αλλά και το αυξανόμενο ενδιαφέρον επισκεπτών για διαμονή στο ακριτικό χωριό, συμβάλλουν στη θερινή αναζωογονησή του.
Ορισμένοι κάτοικοι που ζούσαν στο εξωτερικό έχουν ανακαινίσει τις κατοικίες τους, ενώ τα τελευταία οκτώ χρόνια έχουν ανεγερθεί και ορισμένες νέες κατοικίες», δήλωσε στο LionNews.gr ο Προκόπης Αρμεν.
Γεννημένος στη Γερμανία και έχοντας ζήσει τόσο εκεί όσο και στην Αυστρία, επέστρεψε στην Ελλάδα πριν από περίπου δέκα χρόνια. Είναι μέλος του Πολιτιστικού Συλλόγου, καθώς και της ομάδας εθελοντών που δραστηριοποιείται στο χωριό.
«Προσπαθούμε να αξιοποιήσουμε όλες τις φυσικές ομορφιές του τόπου μας, όπως τους καταρράκτες, τη λίμνη και τα μονοπάτια, ώστε να προσελκύσουμε περισσότερους επισκέπτες και να δημιουργήσουμε καλύτερες προοπτικές για τους νέους που επιθυμούν να παραμείνουν στο χωριό», τονίζει ο ίδιος. Για τον λόγο αυτό λειτουργούν και ενοικιαζόμενα δωμάτια, τα οποία φιλοξενούν τόσο Έλληνες όσο και ξένους επισκέπτες, κυρίως από τη Γερμανία και την Αυστρία.
Οι αγρότες της περιοχής καλλιεργούν κυρίως πατάτες, ντομάτες και καρύδια. Σύμφωνα με τον πρόεδρο του χωριού, Ιωάννη Παναγιωτίδη, το σημαντικότερο πρόβλημα που αντιμετωπίζει η κοινότητα είναι η επάρκεια νερού κατά τους θερινούς μήνες. Όπως επισημαίνει, υπάρχει δέσμευση του δημάρχου Γιώργου Τάτσιου ότι το ζήτημα θα αντιμετωπιστεί.
Ο αθλητισμός στο Καπνόφυτο

Η ποδοσφαιρική ομάδα του χωριού ιδρύθηκε το 1980 με την ονομασία «Ακρίτες», έπειτα από τη συγχώνευση των ομάδων Δόξα και Ακρίτες. Για πολλά χρόνια αγωνίστηκε στη Β’ Κατηγορία της ΕΠΣ Σερρών, ενώ το 1997 πέτυχε για πρώτη φορά την άνοδό της στην Α’ Κατηγορία της ΕΠΣ. Σήμερα η ομάδα εξακολουθεί να είναι ενεργή και ψυχή της παραμένει ο παλαίμαχος ποδοσφαιριστής του Εθνικού Σιδηροκάστρου, Γιάννης Χαλίλης.
Η πληθυσμιακή εξέλιξη

Το 1951 το Καπνόφυτο αριθμούσε 515 κατοίκους, ενώ το 1961 ο πληθυσμός αυξήθηκε στους 726, καταγράφοντας το ιστορικό υψηλότερο επίπεδο. Από το 1971 και μετά παρατηρείται συνεχής πληθυσμιακή συρρίκνωση, κυρίως εξαιτίας της εσωτερικής και εξωτερικής μετανάστευσης. Στην απογραφή του 1971 καταγράφηκαν 378 κάτοικοι, το 1981 ο πληθυσμός μειώθηκε στους 290 και το 1991 στους 195 κατοίκους.
Το 2001 σημειώθηκε μια μικρή ανάκαμψη, με 273 κατοίκους, ωστόσο δέκα χρόνια αργότερα η πτωτική πορεία επανήλθε, καθώς απογράφηκαν 181 κάτοικοι. Στην τελευταία απογραφή της ΕΛΣΤΑΤ καταγράφηκαν συνολικά 125 κάτοικοι.
Παρά τη σημαντική δημογραφική συρρίκνωση των τελευταίων δεκαετιών, το Καπνόφυτο εξακολουθεί να διατηρεί ζωντανό τον χαρακτήρα του. Η ενεργή συμμετοχή των κατοίκων, η δράση του Πολιτιστικού Συλλόγου και η αξιοποίηση του φυσικού πλούτου δημιουργούν τις προϋποθέσεις ώστε το ακριτικό χωριό να παραμείνει ένας τόπος με προοπτική και ζωντανή παρουσία στον χάρτη της περιοχής.


