Η Σερραία φωτογράφος Νάσια Δεληγιάννη μιλά για τον ρόλο του τόπου και του λόγου στη δημιουργία της αλλά και για το νέο της άνοιγμα
Σε μια εποχή όπου η εικόνα κατακλύζει την καθημερινότητά μας, η Νάσια Δεληγιάννη επιλέγει να τη χρησιμοποιεί όχι ως επιφανειακό εντυπωσιασμό, αλλά ως βαθιά πράξη παρατήρησης και μνήμης. Με καταγωγή από τα Θερμά Βισαλτίας Σερρών και μεγαλωμένη στη Θεσσαλονίκη, η πορεία της διατρέχει την παιδαγωγική, τη δημοσιογραφία, την ποίηση και τη φωτογραφία, σε μια σπάνια συνάντηση λόγου και εικόνας. Στα έργα της, ο χρόνος, η φθορά και το συναίσθημα μετατρέπονται σε σιωπηλές αφηγήσεις, ενώ ο φακός λειτουργεί σαν προέκταση της εσωτερικής της ματιάς.
Στη συνέντευξη που ακολουθεί, μιλά για τη σχέση της με τη φωτογραφία, για τον ρόλο του τόπου και του λόγου στη δημιουργία της, αλλά και για το νέο της άνοιγμα στη συγγραφή και τη σκηνοθεσία, αποκαλύπτοντας μια καλλιτέχνιδα που αναζητά διαρκώς πιο ουσιαστικούς τρόπους να αφηγηθεί την ανθρώπινη εμπειρία.

1. Πώς ξεκίνησε η σχέση σου με τη φωτογραφία και τι σε οδήγησε να εκφραστείς μέσα από αυτή;
Από μικρή διάβαζα βιβλία και δημιουργούσα εικόνες. Στην εφηβεία μου άρχισα να γράφω ποίηση για την οποία μου έδωσαν δύο διακρίσεις: 1ο βραβείο και έπαινο. Αργότερα μπήκε η φωτογραφία στη ζωή μου, ως μέσο έκφρασης. Έβλεπα κάτι και το έκανα κάδρο πριν κάνω το κλικ. “Ζωγράφιζα” μέσω του φακού την δική μου εκδοχή της πραγματικότητας. Τιμήθηκα με διάκριση για την αισθητική στα πρώτα μου έργα.
2. Τι σε καθοδηγεί στην επιλογή των θεμάτων που φωτογραφίζεις και ποια στοιχεία αναζητάς συνήθως μέσα από τον φακό σου;
Με καθοδηγεί, πάντα, το συναίσθημα. Ο χρόνος και η φθορά που προκαλεί, με κάνει να επιθυμώ να “σώσω” αυτό που βλέπω μέσα στη στιγμή, για να μείνει, όσο μπορεί περισσότερο.
Ένα φύλλο που πέφτει από το δέντρο, ένα παλιό κτίριο, ένας άνθρωπος που έχει “χαρακιές” στο πρόσωπο κλπ. Αλλά και καθετί που αγγίζει την ψυχή μου.
3. Ποια είναι η σημασία του τόπου στη φωτογραφική σου δουλειά και πώς επηρεάζει τη ματιά σου;
Ο κάθε τόπος έχει μια διαδρομή μέσα στον χρόνο. Είναι σημαντικό να βλέπεις πώς αλλάζει, αν εξελίσσεται δημιουργικσ ή αν φθείρεται. Βέβαια, ο τόπος λειτουργεί, επίσης, συναισθηματικά. Ίσως να μεγάλωσες εκεί, ίσως να ερωτεύτηκες…Να γέλασες ή και να έκλαψες ή απλώς, να σε γοήτευσε με την ομορφιά του.
4. Οι φωτογραφίες σου συχνά συνοδεύονται από κείμενα. Ποια είναι η σχέση εικόνας και λόγου στη δουλειά σου και τι προσθέτει το κείμενο στη συνολική αφήγηση;
Οι λέξεις συμπληρώνουν την εικόνα και το αντίθετο. Μπορεί, βέβαια, μια εικόνα να έχει τόσο ισχυρό μήνυμα που να μην χρειάζεται ούτε λέξεις ούτε καν χρώμα. Και άλλες φορές να αναζητά μόνη της τη σύνδεση. Άλλωστε, “εν αρχή ην ο λόγος “, έστω κι αν γνωρίζουμε τη δύναμη της εικόνας, ώστε να τη θεωρούμε ίση με χίλιες λέξεις.
5. Πώς βλέπεις τη φωτογραφική σου πορεία στο μέλλον και τι θα ήθελες να εξελιχθεί στη δημιουργική σου διαδικασία;
Η φωτογραφία είναι ο τρόπος μου να εκφράζω τη ζωή. Να μιλώ για τη ζωή. Να εύχομαι ή και να προσεύχομαι. Δεν είναι και ούτε θα γίνει επάγγελμα. Θα παραμείνει το “καταφύγιό” μου. Εκεί που δημιουργούμε κατά μόνας, επιθυμώντας να εξηγήσουμε τον κόσμο και την ύπαρξή μας σ’ αυτόν.
Πρόσφατα έκανα μια προσπάθεια να επεκτείνω το δημιουργικό μου πεδίο, αναλαμβάνοντας ρόλο συγγραφέα και σκηνοθέτη. Κάτι με ώθησε να περάσω από την ακινησία της φωτογραφικής εικόνας στον λόγο και στην κίνηση της σκηνοθεσίας; Ίσως από την ανάγκη μου να εμβαθύνω σε μια πιο ολοκληρωμένη αφήγηση της ανθρώπινης ψυχής.
Έκανα μια μίνι διασκευή της “Χριστουγεννιάτικης νύχτας” του Ντίκενς. Προσάρμοσα το έργο στα άτομα και τις δυνατότητες μιας μικρής ερασιτεχνικής ομάδας και το σκηνοθέτησα.
Η φωτογραφία μου έμαθε να παρατηρώ, αλλά η συγγραφή και η σκηνοθεσία μου έμαθαν να χτίζω γέφυρες επικοινωνίας. Όταν έχεις μαζέψει γνώση και εμπειρίες έρχεται μια στιγμή που νιώθεις την ευθύνη να γίνεις η φωνή εκείνων που δεν μπορούν να “μιλήσουν”. Θεωρώ πως η σκηνοθεσία, όπως και η φωτογραφία είναι μια πράξη ταπεινότητας. Πρέπει να εξαφανίσεις το “εγώ” σου για να αναδειχθεί το έργο.
Είναι κρίμα που κάποιοι συγχέουν το όραμα με την έπαρση, αλλά η τέχνη δεν ζητάει άδεια για να εκφραστεί. Θέλει μόνο να δείξει το φως, ακόμα και σε μέρη που το σκοτάδι επιμένει.

