Η εξαγγελθείσα ρύθμιση των 120 δόσεων σύμφωνα με τον πρόεδρο Γ. Καββαθά είναι βελτιωμένη σε σχέση με την αρχική πρόθεση της κυβέρνησης, αλλά εξακολουθεί να απέχει από μια ουσιαστική και βιώσιμη λύση για τις οφειλές των επιχειρήσεων προς το Δημόσιο
Περισσότερες δόσεις και περιθώρια ένταξης για μεγαλύτερο αριθμό οφειλετών προβλέπει το νέο πλαίσιο για τα ληξιπρόθεσμα χρέη προς το Δημόσιο και τον ΕΦΚΑ που ανακοίνωσε σήμερα στο Υπουργικό συμβούλιο ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης. H διεύρυνση των δόσεων αποπληρωμής παλαιών ληξιπρόθεσμων οφειλών, σε έως και 120 μηνιαίες δόσεις, διαμορφώθηκε μετά την περιορισμένη ανταπόκριση στη ρύθμιση των 72 δόσεων και τα επίμονα αιτήματα της αγοράς για ένα πιο ευέλικτο σχήμα αποπληρωμής.
Ταυτόχρονα η νέα παρέμβαση εντάσσεται στο ευρύτερο πλέγμα μέτρων οικονομικής ανακούφισης ιδιωτών και επιχειρήσεων που πλήττονται από την ενεργειακή κρίση, τον υψηλό πληθωρισμό και την αύξηση του λειτουργικού κόστους. Στόχος είναι να καταστούν οι μηνιαίες υποχρεώσεις περισσότερο διαχειρίσιμες για τους φορολογουμένους και τις επιχειρήσεις που δυσκολεύονται να ανταποκριθούν στις οφειλές τους.
Η ανάγκη για μια αποτελεσματικότερη ρύθμιση καθίσταται ακόμη πιο επιτακτική λόγω του ιδιαίτερα υψηλού ιδιωτικού χρέους. Οι ληξιπρόθεσμες οφειλές προς το Δημόσιο διαμορφώνονται σε 238,6 δισ. ευρώ, ενώ τα χρέη προς τον ΕΦΚΑ προσεγγίζουν τα 52 δισ. ευρώ.

Σημερα με νέα τοποθέτηση του ο πρόεδρος της ΓΣΕΒΕΕ Γιώργος Καββαθάς απάντησε στην ανακοίνωση του πρωθυπουργού εκφράζοντας την δυσαρέσκειά του και τονίζοντας πως οι επιβαρύνσεις αυτές περιορίζουν τη δυνατότητα των επιχειρήσεων να εξυπηρετούν τη ρύθμιση, καλύπτοντας παράλληλα τις τρέχουσες υποχρεώσεις και τα λειτουργικά τους έξοδα. Δεν πρέπει να παραβλέπεται ότι μεγάλο μέρος των οφειλών συσσωρεύτηκε σε συνθήκες διαδοχικών κρίσεων, ιδιαίτερα κατά την πανδημία, και δεν μπορεί να αποδίδεται συλλήβδην σε στρατηγική επιλογή μη πληρωμής.
Η ΓΣΕΒΕΕ επαναλαμβάνει το αίτημά της για μια συνολική ρύθμιση που να ανταποκρίνεται στις πραγματικές δυνατότητες των μικρών και πολύ μικρών επιχειρήσεων και να προβλέπει:
– Ένταξη του συνόλου των ληξιπρόθεσμων οφειλών στις 120 δόσεις, ώστε να αποφεύγεται η παράλληλη επιβάρυνση από διαφορετικές ρυθμίσεις, πέραν των τρεχουσών υποχρεώσεων.
– Διαγραφή του συνόλου των προσαυξήσεων και προστίμων που έχουν διογκώσει τις αρχικές οφειλές.
– Μείωση του επιτοκίου τουλάχιστον κατά 50%, με ευθυγράμμισή του με το επιτόκιο της ΕΚΤ, χωρίς πρόσθετες προσαυξήσεις.

Το ζητούμενο είναι μια ρύθμιση που οι επιχειρήσεις μπορούν να τηρήσουν στην πράξη. Η ουσιαστική αποπληρωμή των οφειλών και η διασφάλιση της βιωσιμότητάς τους υπηρετούν τα δημόσια έσοδα, την απασχόληση και την οικονομική δραστηριότητα.
Όσον αφορά τους αυστηρότερους κανόνες για τις εταιρείες διαχείρισης απαιτήσεων κινούνται στη σωστή κατεύθυνση. Η αποτελεσματικότητά τους, ωστόσο, θα κριθεί από την εφαρμογή τους, από τη διαφάνεια στην ενημέρωση των οφειλετών, τις ρεαλιστικές προτάσεις ρύθμισης και την έμπρακτη προστασία όσων τηρούν τις συμφωνίες τους. Για μια μικρή επιχείρηση, η προστασία της επαγγελματικής της στέγης και του παραγωγικού της εξοπλισμού αποτελεί προϋπόθεση συνέχισης της λειτουργίας της.
Η ενίσχυση της επιδότησης του πετρελαίου κίνησης προσφέρει προσωρινή ανακούφιση στο κόστος μεταφοράς, αλλά η δεκαπενθήμερη διάρκειά της δεν επιτρέπει ασφαλή προγραμματισμό. Απαιτούνται παρεμβάσεις με διάρκεια στο κόστος των καυσίμων και της ηλεκτρικής ενέργειας, καθώς και μέτρα που θα στηρίζουν την αγοραστική δύναμη των καταναλωτών και τη ζήτηση στην αγορά.
Εν κατακλείδι, οι μικρές και πολύ μικρές επιχειρήσεις χρειάζονται ένα συνεκτικό πλαίσιο στήριξης που να αντιμετωπίζει ταυτόχρονα το συσσωρευμένο χρέος, το υψηλό κόστος λειτουργίας και την έλλειψη ρευστότητας. Όσο τα κριτήρια αυτά δεν ικανοποιούνται, οι εξαγγελίες παραμένουν ανεπαρκείς και οι μικρές και πολύ μικρές επιχειρήσεις συνεχίζουν να συσσωρεύουν χρέη και να αντιμετωπίζουν δυσβάσταχτο κόστος λειτουργίας, με την επιβίωσή τους να βρίσκεται σε κίνδυνο.

Τέλος, η εξαγγελία για συγκράτηση της τιμής του πετρελαίου θέρμανσης κάτω από τα 1,75 ευρώ το λίτρο δεν αρκεί. Απαιτούνται παρεμβάσεις που θα διασφαλίζουν τη διάθεσή του στα επίπεδα τιμών του Οκτωβρίου 2025 καθ’ όλη τη χειμερινή περίοδο, ανεξάρτητα από τις επιδοτήσεις. Διαφορετικά, το κόστος θέρμανσης θα επιβαρύνει περαιτέρω τη λειτουργία των μικρών επιχειρήσεων και τους οικογενειακούς προϋπολογισμούς, περιορίζοντας ακόμη περισσότερο την αγοραστική δύναμη και τη ζήτηση στην αγορά.