Αποζημίωση μετά την καταστροφή δεν είναι στρατηγική κτηνοτροφίας. Είναι μηχανισμός διαχείρισης των συνεπειών
Του Αθανασίου Μπαντή
Η ελληνική κτηνοτροφία βρίσκεται μπροστά σε μια κρίσιμη καμπή. Οι ζωονόσοι των τελευταίων ετών ανέδειξαν με τον πιο σκληρό τρόπο τις αδυναμίες του παραγωγικού μας μοντέλου, όμως το πρόβλημα δεν περιορίζεται στις ασθένειες. Η πραγματική αδυναμία βρίσκεται στην περιορισμένη ανθεκτικότητα ολόκληρου του συστήματος.
Όταν εμφανίζεται μια ζωονόσος, η συζήτηση συνήθως ξεκινά και τελειώνει στις αποζημιώσεις. Πόσα ζώα θανατώθηκαν, πόσα χρήματα θα καταβληθούν, πότε θα πληρωθούν οι παραγωγοί και πόσο θα καλυφθεί η απώλεια.
Οι αποζημιώσεις είναι αναγκαίες. Δεν υπάρχει αμφιβολία γι’ αυτό.
Όμως αποζημίωση μετά την καταστροφή δεν είναι στρατηγική κτηνοτροφίας.
Είναι μηχανισμός διαχείρισης των συνεπειών.
Και όσο περισσότερο εξαρτάται η πολιτική μας από αυτόν τον μηχανισμό, τόσο περισσότερο αποδεικνύουμε ότι δεν αντιμετωπίζουμε την αιτία του προβλήματος.
Η εμπειρία από την ευλογιά των αιγοπροβάτων και την αφθώδη νόσο δείχνει ότι η υγειονομική θωράκιση της ελληνικής κτηνοτροφίας δεν μπορεί να στηρίζεται μόνο στην κινητοποίηση που ακολουθεί την εμφάνιση ενός κρούσματος. Χρειάζεται μόνιμη κτηνιατρική παρουσία, αποτελεσματική επιτήρηση, έγκαιρη δειγματοληψία, επιδημιολογική διερεύνηση, ιχνηλασιμότητα και πραγματική εφαρμογή των κανόνων βιοασφάλειας.

Η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει ήδη κινηθεί προς αυτή την κατεύθυνση. Η νέα στρατηγική της για την κτηνοτροφία, που παρουσιάστηκε τον Ιούλιο του 2026, θέτει την ανθεκτικότητα, την υγεία των ζώων, την πρόληψη και τον έλεγχο των ασθενειών, την ανταγωνιστικότητα και τη βιωσιμότητα στον πυρήνα της μελλοντικής πολιτικής.
Η λογική είναι απλή: η πρόληψη κοστίζει, αλλά η μη πρόληψη μπορεί να κοστίσει πολύ περισσότερο.
Και η Ελλάδα το γνωρίζει πλέον στην πράξη.
Μέχρι τον Μάιο του 2026 είχαν ήδη δοθεί περισσότερα από 213 εκατομμύρια ευρώ σε ενισχύσεις προς κτηνοτρόφους που επλήγησαν από ζωικές ασθένειες, με περισσότερα από 100 εκατομμύρια ευρώ να αφορούν ζώα που θανατώθηκαν.
Αυτά τα ποσά δεν αποτελούν απλώς δημοσιονομική δαπάνη. Είναι και μια ένδειξη του πραγματικού κόστους της κρίσης.
Το ερώτημα επομένως δεν μπορεί να είναι μόνο πόσα θα πληρώσουμε για να αποκαταστήσουμε τη ζημιά.
Πρέπει να είναι πόσα είμαστε διατεθειμένοι να επενδύσουμε για να μην επαναληφθεί.
Χρειάζεται να ενισχυθούν μόνιμα οι δημόσιες κτηνιατρικές υπηρεσίες. Όχι μόνο με προσωπικό έκτακτης ανάγκης όταν η κατάσταση έχει ήδη ξεφύγει, αλλά με σταθερή στελέχωση, εξοπλισμό, εργαστηριακή υποστήριξη και σύγχρονα ψηφιακά εργαλεία.
Χρειάζεται επίσης να αλλάξει η αντίληψή μας για τη βιοασφάλεια. Δεν μπορεί να αποτελεί ένα σύνολο υποχρεώσεων που απλώς αναγράφονται σε ένα έντυπο.
Πρέπει να αποτελεί καθημερινή λειτουργία της μονάδας.
Η καθαριότητα, η απολύμανση, ο έλεγχος των μετακινήσεων, η διαχείριση των επισκεπτών, η απομόνωση ύποπτων ζώων, η τήρηση αρχείων και η έγκαιρη αναφορά συμπτωμάτων δεν είναι γραφειοκρατικές λεπτομέρειες.
Είναι η πρώτη γραμμή άμυνας.
Το ίδιο ισχύει για το νερό και τις εγκαταστάσεις. Η ευζωία των ζώων δεν είναι ξεχωριστή από την υγεία τους και η υγεία τους δεν είναι ξεχωριστή από την παραγωγικότητα της μονάδας.
Η ευρωπαϊκή νομοθεσία θέτει ήδη ως βασική απαίτηση την πρόσβαση των ζώων σε νερό κατάλληλης ποσότητας και ποιότητας. Η νέα ευρωπαϊκή στρατηγική κινείται παράλληλα προς την ενίσχυση της ευζωίας, της υγείας και των επενδύσεων στις εγκαταστάσεις.
Εδώ όμως βρίσκεται μια κρίσιμη ισορροπία.
Δεν μπορούμε να απαιτούμε συνεχώς περισσότερα από τον παραγωγό χωρίς να του δίνουμε τη δυνατότητα να τα εφαρμόσει.
Καλύτερες εγκαταστάσεις, υψηλότερα πρότυπα ευζωίας, περισσότερη βιοασφάλεια και μεγαλύτερες απαιτήσεις υγείας σημαίνουν επενδύσεις.
Και αυτές οι επενδύσεις πρέπει να χρηματοδοτηθούν.
Η νέα ευρωπαϊκή στρατηγική αναγνωρίζει ακριβώς αυτό το χρηματοδοτικό κενό και προβλέπει εργαλεία για τη διευκόλυνση των επενδύσεων στη βιωσιμότητα, την ευζωία και την ανθεκτικότητα.
Επομένως, η ελληνική πολιτική πρέπει να μετακινηθεί από τη λογική «αποζημιώνω τη ζημιά» στη λογική «χρηματοδοτώ την πρόληψη».
Αυτό σημαίνει ότι η χρηματοδότηση της βιοασφάλειας, της αναβάθμισης των εγκαταστάσεων, της ψηφιακής παρακολούθησης, της κτηνιατρικής κάλυψης και της πρόληψης των ασθενειών πρέπει να θεωρηθεί παραγωγική επένδυση.
Γιατί υπάρχει και μια ακόμη διάσταση.
Η ελληνική κτηνοτροφία δεν μπορεί να είναι ανθεκτική υγειονομικά αν δεν είναι ανθεκτική οικονομικά.
Μια κτηνοτροφική μονάδα που δεν μπορεί να πληρώσει τις ζωοτροφές της, να συντηρήσει τις εγκαταστάσεις της, να εξασφαλίσει νερό, να προσλάβει ή να κρατήσει εργαζομένους και να επενδύσει στην πρόληψη είναι ευάλωτη σε κάθε επόμενη κρίση.
Επομένως, η συζήτηση για την υγεία των ζώων πρέπει να συνδεθεί με τη συζήτηση για την οικονομία της εκμετάλλευσης.
Γιατί στο τέλος υπάρχει ένα ερώτημα που είναι πολύ πιο σημαντικό από το ύψος μιας αποζημίωσης:
Μπορεί ο κτηνοτρόφος να ζήσει από την κτηνοτροφία του;
Αυτό είναι το ερώτημα που θα εξετάσουμε στο δεύτερο από τα συνολικά τρία άρθρα.
Αθανάσιος Μπαντής
Γεωπόνος / Σέρρες