Η πραγματική αξία μιας εκδήλωσης δεν μετριέται στα έξοδα, αλλά στους ανθρώπους που τη δημιουργούν και στον χώρο που τους αφήνεις να υπάρξουν
Πριν από καιρό βρέθηκα σε έναν δήμο του Έβρου, σε ένα πολυήμερο εορταστικό γεγονός που είχε κινητοποιήσει δεκάδες ανθρώπους. Συλλόγους, εθελοντές, κατοίκους κάθε ηλικίας. Για εβδομάδες δούλευαν όλοι μαζί, με μεράκι και επιμονή, για να στήσουν κάτι όμορφο για τον τόπο τους.
Ο δήμος είχε καλύψει τα όλα τα έξοδα, είχε διαθέσει τον χώρο, είχε στηρίξει οργανωτικά την προσπάθεια. Κι όμως, στην κεντρική αφίσα το όνομά του υπήρχε διακριτικά, σχεδόν σε δεύτερο πλάνο. Ρώτησα τον δήμαρχο, περισσότερο από απορία γιατί αυτό. Σε μια εποχή που όλοι θέλουν να φαίνονται, εδώ έβλεπα μια συνειδητή επιλογή να μην κυριαρχεί.
Η απάντησή του δημάρχου ήταν απλή, αλλά βαθιά ουσιαστική. Μου είπε ότι για περισσότερο από έναν μήνα, πάνω από εκατό άνθρωποι εργάζονταν εθελοντικά. Έδιναν τον χρόνο τους, τις ιδέες τους, τον κόπο τους, χωρίς αντάλλαγμα. Αν ο δήμος προσπαθούσε να κοστολογήσει αυτή τη δουλειά, το ποσό θα ήταν πολλαπλάσιο από αυτό που τελικά διέθεσε. Και τότε ήρθε η φράση που τα εξηγεί όλα. «Γιατί να θέλω να τους καπελώσω; Τους θεωρώ συνεργάτες».
Σε αυτή τη φράση συμπυκνώνεται μια ολόκληρη αντίληψη για την Τ.Α. Ο δήμος δεν είναι ο μοναδικός δημιουργός, αλλά ο συντονιστής μιας κοινής προσπάθειας. Δεν είναι αυτός που πρέπει να φαίνεται περισσότερο, αλλά αυτός που πρέπει να στηρίζει ουσιαστικά. Γιατί η αλήθεια είναι ότι καμία διοργάνωση, καμία εκδήλωση, δεν χτίζεται μόνο με χρήματα. Τα χρήματα καλύπτουν ανάγκες, αλλά δεν δημιουργούν ψυχή. Και η ψυχή κάθε δράσης βρίσκεται στους ανθρώπους που την οργανώνουν.
Σε πολλές περιπτώσεις ωστόσο, βλέπουμε το ακριβώς αντίθετο. Δημάρχους που, με αφορμή μια επιχορήγηση ή ακόμη και την παροχή των αυτονόητων, όπως η διάθεση ενός χώρου, επιχειρούν να καπελώσουν ανθρώπους, συλλόγους και εκδηλώσεις. Να εμφανίζονται ως βασικοί δημιουργοί, ακόμη κι όταν η συμβολή τους είναι περιορισμένη στα λειτουργικά. Εκεί η συνεργασία μετατρέπεται σε σχέση εξάρτησης και η προσφορά σε κάτι που σχεδόν “οφείλεται”.
Δήμαρχοι που επιλέγουν ποιον θα στηρίξουν και ποιον θα αφήσουν στην άκρη. Που δείχνουν εύνοια σε συλλόγους που θεωρούν “δικούς τους” και κρατούν απόσταση από άλλους, ακόμη κι αν αυτοί δουλεύουν, προσφέρουν και παράγουν ουσιαστικό έργο. Το κριτήριο δεν είναι η δράση, αλλά το αν στάθηκαν πολιτικά δίπλα τους. Αν τους στήριξαν. Αν, αν, αν … Και κάπου εκεί αρχίζει η φθορά. Με ανθρώπους που κάνουν ένα βήμα πίσω, με συλλόγους που χάνουν τη διάθεσή τους, με πρωτοβουλίες που δεν γεννιούνται ποτέ.
Οι σύλλογοι δεν είναι εργαλεία προβολής. Είναι θεσμοί της κοινωνίας, με δική τους διαδρομή και αξία. Από την άλλη, ο δήμαρχος είναι επίσης θεσμικός παράγοντας. Εκπροσωπεί όλους τους πολίτες, ανεξαρτήτως επιλογών και προτιμήσεων. Αυτό σημαίνει ότι οφείλει να στέκεται με την ίδια απόσταση και τον ίδιο σεβασμό απέναντι σε όλους. Όταν αυτό δεν συμβαίνει, η εμπιστοσύνη διαβρώνεται. Οι άνθρωποι απομακρύνονται, η διάθεση για συμμετοχή μειώνεται και τελικά αυτός που είναι ο τόπος. Αντίθετα, όταν υπάρχει καθαρός ρόλος και ειλικρινής συνεργασία, τότε γεννιέται κάτι πολύ πιο ισχυρό. Μια κοινότητα που δημιουργεί μαζί.
Ίσως τελικά εκεί να βρίσκεται η ουσία. Στο να καταλάβουμε ότι οι δυνατοί τόποι δεν είναι αυτοί που έχουν τους πιο “δυνατούς” δημάρχους, αλλά αυτοί που έχουν ενεργούς ανθρώπους. Και αυτοί οι άνθρωποι δεν χρειάζονται καθοδήγηση ή καπέλωμα. Χρειάζονται χώρο, εμπιστοσύνη και αναγνώριση.
Ο ρόλος του δήμου είναι να προσφέρει αυτόν τον χώρο. Να στηρίζει χωρίς να επιβάλλεται. Να αναγνωρίζει χωρίς να οικειοποιείται. Γιατί τελικά, η πραγματική ανάπτυξη δεν είναι θέμα προβολής. Είναι θέμα σχέσεων. Και οι σχέσεις χτίζονται μόνο όταν υπάρχει αμοιβαίος σεβασμός και καθαροί ρόλοι.