«Ιστορική ημέρα», «πράξη φιλίας» και «νέα σελίδα στις στρατηγικές σχέσεις» – Πώς τα βουλγαρικά ΜΜΕ παρουσιάζουν τη συμφωνία με την Ελλάδα
Ως μια από τις σημαντικότερες στιγμές των τελευταίων δεκαετιών στις σχέσεις Ελλάδας και Βουλγαρίας παρουσιάζεται στη γειτονική χώρα η παράδοση των λειψάνων που αποδίδονται στον τσάρο Σαμουήλ και η παράλληλη επιστροφή στην Ελλάδα των 48 εκκλησιαστικών κειμηλίων.
Στα περισσότερα βουλγαρικά μέσα ενημέρωσης το βάρος πέφτει, όπως ήταν αναμενόμενο, στον Σαμουήλ. Η δημόσια τηλεόραση BNT επέλεξε από νωρίς τον χαρακτηρισμό «Ιστορική ημέρα», αφιερώνοντας έκτακτη ζωντανή εκπομπή με τίτλο «Τσάρος Σαμουήλ: Η επιστροφή». Η υποδοχή στη Σόφια οργανώθηκε ως κρατικό γεγονός, με τα λείψανα να μεταφέρονται από τη Θεσσαλονίκη με στρατιωτικό αεροσκάφος και να ακολουθεί επίσημη τελετή στη βουλγαρική πρωτεύουσα.
Πίσω όμως από τον έντονο ιστορικό και εθνικό συμβολισμό, στα βουλγαρικά δημοσιεύματα διακρίνεται και κάτι άλλο: Η προσπάθεια να παρουσιαστεί αυτό που συνέβη στη Θεσσαλονίκη όχι απλώς ως διευθέτηση μιας εκκρεμότητας δεκαετιών, αλλά ως απόδειξη του επιπέδου στο οποίο έχουν φτάσει πλέον οι σχέσεις Αθήνας και Σόφιας.
«Αν κάποτε μας χώριζε, σήμερα μας ενώνει»
Χαρακτηριστική είναι η φράση του Ρούμεν Ράντεφ, την οποία αναπαράγουν σήμερα σχεδόν όλα τα βουλγαρικά μέσα: «Αν στο παρελθόν ο τσάρος Σαμουήλ μας χώριζε, σήμερα μας ενώνει».
Μιλώντας στη Θεσσαλονίκη, ο Βούλγαρος πρωθυπουργός αναφέρθηκε στην ταραγμένη κοινή ιστορία των δύο χωρών, στους πολέμους και στις αντιπαραθέσεις του παρελθόντος, για να αντιπαραβάλει εκείνη την εποχή με το σημερινό επίπεδο των διμερών σχέσεων. «Σήμερα κάνει τη στρατηγική μας συνεργασία ακόμη ισχυρότερη και τους δεσμούς μεταξύ των δύο λαών πιο στενούς», ανέφερε.
Η βουλγαρική 24 Ώρες στέκεται ακόμη και στην προσωπική εικόνα των δύο πρωθυπουργών, σημειώνοντας στον τίτλο της ότι Ράντεφ και Μητσοτάκης απευθύνονταν ο ένας στον άλλον με τα μικρά τους ονόματα και «εξήραν τη φιλία μεταξύ των χωρών μας». Μια λεπτομέρεια που μπορεί να φαίνεται δευτερεύουσα, αλλά δείχνει τον τρόπο με τον οποίο ένα μέρος του βουλγαρικού Τύπου θέλησε να παρουσιάσει το κλίμα της συνάντησης.
«Ιστορική πράξη φιλίας»
Ακόμη πιο χαρακτηριστικός είναι ο τρόπος με τον οποίο η ίδια η BNT παρουσίασε την ολοκλήρωση της διαδικασίας: «Η Βουλγαρία παρέλαβε τα λείψανα του τσάρου Σαμουήλ – ιστορική πράξη φιλίας μεταξύ Βουλγαρίας και Ελλάδας». Δεν πρόκειται απλώς για έναν δημοσιογραφικό τίτλο.
Η επίσημη Σόφια χρησιμοποιεί ακόμη ισχυρότερη γλώσσα. Το βουλγαρικό υπουργείο Εξωτερικών χαρακτηρίζει την επιστροφή των λειψάνων αποτέλεσμα μακροχρόνιων προσπαθειών
της βουλγαρικής διπλωματίας και σημειώνει ότι η επίτευξη της συμφωνίας αποτελεί «έκφραση αμοιβαίας εμπιστοσύνης και ανοίγει μια νέα σελίδα στις στρατηγικές σχέσεις μεταξύ Βουλγαρίας και Ελλάδας».
Από αντιπάλους, εταίροι και σύμμαχοι
Ελλάδα και Βουλγαρία κουβαλούν μια δύσκολη κοινή ιστορία. Βαλκανικοί Πόλεμοι, δύο Παγκόσμιοι Πόλεμοι, κατοχές, εδαφικές αντιπαραθέσεις και ζητήματα ιστορικής μνήμης σημάδεψαν για δεκαετίες τις σχέσεις των δύο χωρών.
Σήμερα η εικόνα είναι διαφορετική. Οι δύο χώρες είναι μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του ΝΑΤΟ, έχουν αναπτύξει στενή οικονομική, ενεργειακή και αμυντική συνεργασία και η Σόφια μιλά πλέον επισήμως για «στρατηγικές σχέσεις» με την Αθήνα.
Ο ίδιος ο Ράντεφ συνέδεσε τη συμφωνία με το κοινό ευρωπαϊκό πλαίσιο, υποστηρίζοντας ότι η συμμετοχή Ελλάδας και Βουλγαρίας στην ΕΕ βοηθά τη μία χώρα να αντιλαμβάνεται καλύτερα τις ευαισθησίες της άλλης. Λίγες ημέρες νωρίτερα είχε ευχαριστήσει δημόσια τον Κυριάκο Μητσοτάκη για την «πολιτική τόλμη» και τη φιλία που, όπως είπε, συνδέει ακόμη περισσότερο τις δύο χώρες.
Από την ελληνική πλευρά, ο Κυριάκος Μητσοτάκης έδωσε αντίστοιχο τόνο, χαρακτηρίζοντας την εξέλιξη αποτέλεσμα μιας πολιτιστικής διπλωματίας που εργάστηκε «αθόρυβα αλλά παραγωγικά», ενώ εξέφρασε την ελπίδα να υπάρξει ακόμη στενότερη συνεργασία για την επιστροφή και άλλων κειμηλίων και στις δύο χώρες.
Ο Έλληνας πρωθυπουργός έκλεισε μια φράση που βρήκε ιδιαίτερη θέση στα βουλγαρικά δημοσιεύματα: «Ο καλός γείτονας είναι πιο κοντά και από τον αδελφό. Αυτό πρέπει να είναι η πυξίδα μας».
Τα 48 κειμήλια και η άλλη πλευρά της ιστορίας
Η βουλγαρική κάλυψη, πάντως, δεν είναι απολύτως ίδια με την ελληνική. Στην Ελλάδα το βάρος πέφτει κυρίως στην επιστροφή, 109 χρόνια μετά, των 48 εκκλησιαστικών κειμηλίων που προέρχονται από την Ιερά Μονή Τιμίου Προδρόμου Σερρών, την Παναγία Εικοσιφοίνισσα και την Ιερά Μητρόπολη Σερρών και Νιγρίτης.
Στη Βουλγαρία η κεντρική εικόνα είναι η «επιστροφή του Σαμουήλ». Υπάρχουν όμως βουλγαρικά μέσα που δεν αποφεύγουν την ιστορική προέλευση των ελληνικών κειμηλίων. Η 24 Ώρες για παράδειγμα, έγραψε ήδη πριν από την τελετή ότι ο Ράντεφ επιστρέφει προσωπικά στον Μητσοτάκη 48 κειμήλια «που πάρθηκαν από ελληνικά μοναστήρια το 1917», ενώ σε άλλο δημοσίευμά της χρησιμοποίησε ακόμη ισχυρότερη διατύπωση, κάνοντας λόγο για αντικείμενα «λεηλατημένα από ελληνικά μοναστήρια».
Το Club Z είναι επίσης σαφές: γράφει ότι η Ελλάδα παρέλαβε 48 εκκλησιαστικά κειμήλια που είχαν απομακρυνθεί από τα βουλγαρικά στρατεύματα στο τέλος του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Παράλληλα μεταφέρει εκτενώς τη δήλωση Ράντεφ ότι η σημερινή συμφωνία ενισχύει τη στρατηγική συνεργασία των δύο χωρών.
Η Ιστορία ως γέφυρα και όχι ως νέο σύνορο
Η συμφωνία, βέβαια, δεν σημαίνει ότι Ελλάδα και Βουλγαρία απέκτησαν ξαφνικά κοινή ανάγνωση για κάθε δύσκολη περίοδο του παρελθόντος τους. Ούτε κλείνουν με τα 48 κειμήλια όλες οι ιστορικές εκκρεμότητες. Ίσως, μάλιστα, συμβαίνει το αντίθετο.
Η ίδια η συμφωνία προβλέπει ότι οι δύο πλευρές θα συνεχίσουν τις διαπραγματεύσεις για την ταυτοποίηση και την ένταξη σε επόμενη συμφωνία και άλλων ιστορικών αντικειμένων αμοιβαίου ενδιαφέροντος που δεν συμπεριλήφθηκαν στην παρούσα. Αυτό δημιουργεί ένα προηγούμενο.
Για πρώτη φορά ένα τόσο φορτισμένο κεφάλαιο, που αγγίζει ταυτόχρονα την ιστορία, τη θρησκεία, την εθνική μνήμη και ζητήματα πολιτιστικής ιδιοκτησίας, αντιμετωπίζεται από τις δύο χώρες μέσα από μια οργανωμένη διαδικασία αμοιβαιότητας και διαπραγμάτευσης.
Και ίσως αυτό να εξηγεί καλύτερα γιατί τα βουλγαρικά μέσα δεν βλέπουν σήμερα μόνο την επιστροφή ενός μεσαιωνικού ηγεμόνα. Βλέπουν και κάτι ευρύτερο: Δύο χώρες που για μεγάλο μέρος της νεότερης ιστορίας τους βρέθηκαν απέναντι, να χρησιμοποιούν σήμερα την ίδια αυτή Ιστορία για να έρθουν πιο κοντά.
Υπάρχουν και αντιδράσεις
Η εικόνα, πάντως, στη Βουλγαρία δεν είναι ενιαία. Παρά το πανηγυρικό κλίμα για την επιστροφή των λειψάνων του Σαμουήλ, έχουν ήδη διατυπωθεί ενστάσεις για το τίμημα της συμφωνίας και κυρίως για το τι ακριβώς παραδόθηκε στην Ελλάδα. Ο ιστορικός και δημοσιογράφος Γκόραν Μπλαγκόεφ κατηγόρησε δημόσια τη βουλγαρική κυβέρνηση και τη διοίκηση του Εθνικού Ιστορικού Μουσείου ότι δεν ενημέρωσαν επαρκώς την κοινή γνώμη, υποστηρίζοντας ότι μεταξύ των αντικειμένων που έφτασαν στη Θεσσαλονίκη βρίσκονται «μοναδικά» και ιδιαίτερα σημαντικά εκθέματα του μουσείου — ισχυρισμός που μένει να τεκμηριωθεί αναλυτικά.
Ερωτήματα έχουν διατυπωθεί και από άλλους Βούλγαρους ιστορικούς για τη διαδικασία επιλογής και καταγραφής των κειμηλίων, ενώ στον Τύπο εμφανίστηκαν ήδη δημοσιεύματα που επισημαίνουν ότι ο πλήρης αναλυτικός κατάλογος των αντικειμένων και οι όροι των πρωτοκόλλων παράδοσης δεν έχουν δοθεί στη δημοσιότητα. Οι αντιδράσεις αυτές δεν στρέφονται κατ’ ανάγκην κατά της προσέγγισης Ελλάδας–Βουλγαρίας· ανοίγουν, όμως, μια εσωτερική συζήτηση στη γειτονική χώρα για το εάν η επιστροφή του Σαμουήλ συνοδεύτηκε από επαρκή διαφάνεια ως προς τα πολιτιστικά αγαθά που παραδόθηκαν στην ελληνική πλευρά
